Breaking news

Λέξεις και γλώσσα
A
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις.
Βάλε το proson.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google

Η λέξη «καπάρο» είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα δάνεια της νεοελληνικής και χρησιμοποιείται τόσο στην καθημερινή ομιλία όσο και στη νομική και εμπορική γλώσσα.

Τι σημαίνει

Καπάρο είναι το χρηματικό ποσό που δίνεται προκαταβολικά για να «κλειστεί» μια συμφωνία, όπως η αγορά ενός ακινήτου, αυτοκινήτου ή άλλου αγαθού. Λειτουργεί ως εγγύηση ότι η συναλλαγή θα ολοκληρωθεί.

Μεταφορικά, η έκφραση «έβαλα καπάρο» σημαίνει ότι κάποιος εξασφάλισε κατά προτεραιότητα κάτι ή κάποιον, ακόμη και χωρίς κυριολεκτική καταβολή χρημάτων.

Παραδείγματα:

  • «Έδωσε καπάρο για το σπίτι.»
  • «Έβαλαν καπάρο το καλύτερο τραπέζι για το βράδυ.»
  • «Τον έχουν βάλει καπάρο για τη νέα θέση.»

Από πού προέρχεται

Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό caparra, που σημαίνει αρραβώνας, προκαταβολή ή εγγύηση σε μια εμπορική συμφωνία.

Το ιταλικό caparra ανάγεται στο μεσαιωνικό λατινικό caparra, το οποίο θεωρείται ότι προέρχεται από το ελληνιστικό «ἀρραβών» (μέσω γλωσσικών δανεισμών και μετασχηματισμών σε γλώσσες της Μεσογείου), ή, σύμφωνα με άλλη ετυμολογική άποψη, από σημιτική ρίζα που πέρασε στα ελληνικά ως ἀρραβών και στη συνέχεια στα λατινικά και στις ρομανικές γλώσσες. Η ελληνική λέξη καπάρο εισήλθε στη γλώσσα κατά την περίοδο της έντονης βενετσιάνικης και ιταλικής επιρροής, ιδιαίτερα στα Επτάνησα και στις παράκτιες περιοχές.

Η ελληνική απόδοση

Αν και η λέξη καπάρο είναι πλήρως ενσωματωμένη στη νεοελληνική, πιο ελληνικές ή επίσημες αποδόσεις είναι:

  • προκαταβολή
  • αρραβώνας (στη νομική ορολογία, με την έννοια της εγγύησης σύμβασης και όχι του γάμου)
  • εγγύηση σύμβασης (ανάλογα με το συμφραζόμενο)

Στην καθημερινή χρήση, πάντως, το «καπάρο» παραμένει η πιο φυσική και συνηθισμένη λέξη όταν αναφερόμαστε στο ποσό που καταβάλλεται για να δεσμευτεί μια συμφωνία.

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις.
Βάλε το proson.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google

Δημοφιλείς Ειδήσεις