Η λέξη «πορτφόλιο» είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ξενικού όρου που έχει ενσωματωθεί στην ελληνική γλώσσα, ιδίως στους χώρους της εργασίας, της τέχνης, των οικονομικών και της εκπαίδευσης.
Η ελληνική εκδοχή
Ανάλογα με το πλαίσιο, μπορεί να αποδοθεί ως:
- φάκελος εργασιών (η συνηθέστερη και πιο δόκιμη απόδοση)
- δείγμα εργασιών
- συλλογή έργων
- αρχείο εργασιών
- φάκελος έργων
- χαρτοφυλάκιο (κυρίως στα οικονομικά ή για σύνολο αρμοδιοτήτων)
Παραδείγματα:
- «Στείλτε το πορτφόλιό σας» → «Στείλτε τον φάκελο εργασιών σας».
- «Portfolio designer» → «Φάκελος έργων σχεδιαστή».
- «Investment portfolio» → «Χαρτοφυλάκιο επενδύσεων».
Η προέλευση της λέξης
Η λέξη portfolio προέρχεται από τα ιταλικά:
- porta = μεταφέρει, κουβαλά (από το ρήμα portare)
- foglio = φύλλο χαρτιού
Το portafoglio σήμαινε αρχικά «θήκη ή φάκελος για φύλλα χαρτιού και έγγραφα». Από εκεί πέρασε στα γαλλικά ως portefeuille και στα αγγλικά ως portfolio.
Με την πάροδο του χρόνου η σημασία της επεκτάθηκε και πλέον δηλώνει:
- τη συλλογή έργων ενός επαγγελματία (γραφίστα, φωτογράφου, αρχιτέκτονα κ.ά.),
- το σύνολο επενδύσεων ενός επενδυτή,
- το σύνολο αρμοδιοτήτων ενός υπουργού («υπουργικό χαρτοφυλάκιο»).
Ετυμολογική διαδρομή
Λατινικά portare («μεταφέρω»)
↓
Ιταλικά portafoglio («θήκη για φύλλα εγγράφων»)
↓
Γαλλικά portefeuille
↓
Αγγλικά portfolio
↓
Ελληνικά πορτφόλιο
Τι προτιμάται στα ελληνικά;
Σε επίσημα ή δημοσιογραφικά κείμενα προτιμώνται οι ελληνικές αποδόσεις:
- φάκελος εργασιών (για δημιουργικά επαγγέλματα και αναζήτηση εργασίας),
- χαρτοφυλάκιο (για επενδύσεις, υπουργικές αρμοδιότητες και οικονομικά).
Ο όρος πορτφόλιο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή επαγγελματική επικοινωνία, όμως οι παραπάνω ελληνικές αποδόσεις θεωρούνται γλωσσικά πιο δόκιμες και σαφείς.
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές και ξενικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.