Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, πέντε βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας παρεμβαίνουν δημόσια, ανοίγοντας θέμα για αλλαγές στο μοντέλο διακυβέρνησης και τη λειτουργία του λεγόμενου «επιτελικού κράτους».
Πρόκειται για τους Αθανάσιο Ζεμπίλη, Ανδρέα Κατσανιώτη, Ξενοφών Μπαραλιάκο, Γιάννη Οικονόμου και Ιωάννη Παππά. οι οποίοι με κοινή επιστολή τους θέτουν ζήτημα ενίσχυσης του ρόλου της Βουλής και επαναπροσδιορισμού της σχέσης κυβέρνησης – βουλευτών.
Στην παρέμβασή τους, οι βουλευτές αναγνωρίζουν ότι το μοντέλο του «επιτελικού κράτους», που θεσμοθετήθηκε με τον νόμο 4622/2019, αποτέλεσε μια σημαντική μεταρρύθμιση, ωστόσο επισημαίνουν ότι:
Στην πράξη οδήγησε σε υπερσυγκέντρωση εξουσιών, περιορίζοντας:
-
Την αυτοτέλεια των υπουργείων
-
Τον ρόλο της κοινοβουλευτικής ομάδας
-
Τη θεσμική ισορροπία στο πολιτικό σύστημα
Όπως τονίζουν, ενώ το μοντέλο αποδείχθηκε αποτελεσματικό σε περιόδους κρίσεων, δεν παρουσιάζει την ίδια απόδοση σε συνθήκες κανονικότητας.
Αιχμές για θεσμική ανισορροπία και διαχείριση ευθυνών
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι:
-
Το επιτελικό κράτος συγκεντρώνει την ευθύνη στις επιτυχίες
-
Όμως σε περιπτώσεις αποτυχίας ή παθογενειών, η ευθύνη μετακυλίεται προς τα κάτω, κυρίως στους βουλευτές
Οι υπογράφοντες κάνουν λόγο για μια αντίφαση στη λειτουργία της εξουσίας, επισημαίνοντας ότι αυτό το μοντέλο δεν συνάδει με τις αρχές μιας ώριμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή – Όχι «εκτελεστικό όργανο»
Κεντρικό σημείο της επιστολής αποτελεί η ανάγκη αναβάθμισης του ρόλου του βουλευτή, ο οποίος –όπως επισημαίνεται–:
-
Είναι φορέας λαϊκής εντολής
-
Οφείλει να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο
-
Πρέπει να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση πολιτικής
Οι βουλευτές απορρίπτουν την αντίληψη που τους θέλει:
«μεταφορείς ειλημμένων αποφάσεων» ή διαχειριστές αιτημάτων, τονίζοντας ότι κάτι τέτοιο υποβαθμίζει τη δημοκρατική λειτουργία.
Κριτική στους εξωκοινοβουλευτικούς τεχνοκράτες
Στο κείμενο διατυπώνεται και έμμεση κριτική στην αυξημένη παρουσία εξωκοινοβουλευτικών τεχνοκρατών στην κυβέρνηση, με τους βουλευτές να σημειώνουν ότι:
Δεν μπορεί να μετακυλίεται η ευθύνη στους εκλεγμένους, ενώ παράλληλα ενισχύεται η επιρροή μη εκλεγμένων προσώπων.
Υπογραμμίζουν ότι η λύση δεν βρίσκεται:
-
Ούτε στην παράκαμψη της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης
-
Ούτε στη δημιουργία κλειστών κέντρων λήψης αποφάσεων
Έμφαση στην περιφέρεια και τη συμμετοχή της κοινωνίας
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανάγκη ενίσχυσης της περιφέρειας, με τους βουλευτές να επισημαίνουν ότι:
-
Η περιφέρεια αποδυναμώνεται όταν δεν συμμετέχει ουσιαστικά στη χάραξη πολιτικής
-
Οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από την πραγματική κοινωνία και παραγωγή
Ζητούν ένα μοντέλο διακυβέρνησης που θα φέρνει τα κέντρα αποφάσεων πιο κοντά στους πολίτες.
Η επιστολή:
«Για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα φέρει τα κέντρα λήψης αποφάσεων πιο κοντά στη κοινωνία των πολιτών! Η αναζωπύρωση της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις υπουργών καιυφυπουργών και τα αλλεπάλληλα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας είναι, μεταξύ άλλων, μία υπενθύμιση.
Υπενθύμιση αναδρομής στο πρώτο νομοθέτημα της αυτοδύναμης κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, που καθιέρωσε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Το Επιτελικό Κράτος, το οποίο λοιδορήθηκε, αποτέλεσε πολιτικό επιχείρημα άσκησης κριτικής, αλλά λειτούργησε και συνεχίζει να λειτουργεί. Εκείνο που καλούμαστε να αναλογιστούμε είναι αν μπορούμε να βελτιώσουμε το Επιτελικό Κράτος και να ενισχύσουμε την αρχιτεκτονική ενός μοντέρνου και λειτουργικού κράτους, που να
ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες του σήμερα. Να αναστοχαστούμε το επιτελικό κράτος και τον τρόπο λειτουργίας του, ιδίως με την πάροδο των περίπου επτά ετών, ως πρότυπου διαχείρισης της εξουσίας στη χώρα.
Ένα βασικό συμπέρασμα είναι ότι ενώ το επιτελικό κράτος είναι αποτελεσματικό σε συνθήκες μεγάλων κρίσεων, δεν αποδεικνύεται το ίδιο αποτελεσματικό σε περιόδους ομαλότητας. Επίσης, γεννά ενίοτε ζητήματα θεσμικής ανισορροπίας, που δεν συνάδουν με μια ώριμη κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά, με βάση κυρίως τις αρχές
και τις αξίες της παράταξής μας.
Ο νόμος 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος» αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση συντονισμού, ταχύτητας και λογοδοσίας. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι στην πορεία προκάλεσε υπερσυγκέντρωση εξουσιών σε μικρούς πυρήνες. Μετέφερε όλο και περισσότερη βαρύτητα στο κέντρο, ενίσχυσε τον στενό πυρήνα γύρω από την κορυφή της Κυβέρνησης και περιόρισε την αυτοτέλεια των υπουργείων και ιδιαίτερα της κοινοβουλευτικής ομάδας, σε σύγκριση με το μέτρο των θεσμικών τους καθηκόντων. Η συγκέντρωση της εξουσίας έγινε στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Αλλά, σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι κάνεις, αλλά και ο τρόπος που το κάνεις. Και στη δημοκρατία το δεύτερο είναι ίσως σημαντικότερο από το πρώτο. Οι θεσμοί πρέπει να είναι αποτελεσματικοί, αλλά με τρόπο που δεν αφήνουν χώρο για δυσλειτουργίες και παραφωνίες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι, στη μεγάλη εικόνα, το επιτελικό κράτος δεν κατάφερε να ελέγξει πλήρως τα φαινόμενα διαφθοράς εντός του κράτους και της κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό υπάρχει μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος διεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο, πιστώνεται τις επιτυχίες, αλλά, όταν εμφανίζονται σοβαρές παθογένειες, η ευθύνη διαχέεται προς τα κάτω και ιδιαίτερα προς τους βουλευτές.
Αυτή η πρακτική δεν υπάρχει σε εγχειρίδια ηγεσίας. Σήμερα, σε μια περίοδο όπου η ίδια η Κυβέρνηση προχωρά σε διορθωτικές κινήσεις, υπό την πίεση δικαστικών εξελίξεων, χρειάζεται να συζητήσουμε για το επιτελικό κράτος. Μια συζήτηση που προέχει του διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Σκοπός είναι να αποκτήσουμε μια νέα δυναμική, να πάμε ακόμα πιο μπροστά, καθώς η κοινωνία παραμένει πεπεισμένη ότι μόνο η ΝΔ και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερότητα και ευημερία.
Δεν πρέπει να αφήσουμε τις αρρυθμίες στο πρότυπο διοίκησης να επηρεάσουν την κοινοβουλευτική λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας. Στην φιλελεύθερη κοινοβουλευτική δημοκρατία, μια κυβέρνηση υπάρχει όσο απολαμβάνει της εμπιστοσύνη της Βουλής. Τα προνόμια του Πρωθυπουργού και τα καθήκοντα των βουλευτών περιγράφονται θεσμικά και είναι σε διαλεκτική σχέση. Οι βουλευτές συγκροτούν την πλειοψηφία που δίνει δύναμη στον πρωθυπουργό και τον κρατά ισχυρό.
Η λύση σε φαινόμενα κακοδιοίκησης και διαφθοράς δεν είναι περισσότερος συγκεντρωτισμός και υποβάθμιση των βουλευτών. Ο βουλευτής -που είναι φορέας λαϊκής εντολής, ελεγκτής της εκτελεστικής εξουσίας και αυθεντικός εκφραστής της περιφέρειας- φορτώνεται αδίκως το στίγμα του φαυλοκράτη και κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε μεταφορέα ήδη ειλημμένων αποφάσεων. Να ενημερώνεται εκ των υστέρων, να πειθαρχεί εκ των προτέρων και να περιορίζεται σε μια ολοένα μικρότερη πολιτική περίμετρο. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτείνει τα προβλήματα και δεν θα τα επιλύσει.
Συχνά ακούγεται το ένα αντεπιχείρημα: ότι οι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες υπουργοί δεν βαρύνονται από τη φθορά του παραδοσιακού βουλευτικού γραφείου, δεν έχουν περάσει από τη λογική της πελατειακής πίεσης και δεν έχουν οικοδομήσει την καριέρα τους πάνω σε μικροεξυπηρετήσεις. Ωστόσο, είναι τουλάχιστον άδικο να μετακυλίεται το ανάθεμα σε εκείνους που επιλέγουν οι πολίτες να τους εκπροσωπούν με τη ψήφο τους, εντός ενός συστήματος που όλοι αποδοκιμάζουν, για να ασκούν μετά υπέρμετρη εξουσία οι μη εκλεγμένοι. Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί να μετατρέπεται, από εθνικός νομοθέτης και ελεγκτής, σε διαχειριστή αιτημάτων και εξυπηρετήσεων. Η λύση δεν είναι η παράκαμψη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης από κλειστό κέντρο τεχνοκρατικής διαχείρισης, γιατί ούτε τόσο αποτελεσματική είναι σε περιόδους ομαλότητας, ούτε θεσμικά υπεύθυνη, ούτε βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους πολίτες.
Αυτό που χρειάζεται είναι νέος ρόλος για τον βουλευτή. Να μην εκλαμβάνεται σαν (ρουσφετάκιας) γραφείο εξυπηρέτησης και μεσάζοντας. Να είναι ο βουλευτής ο φορέας της θεσμικής πίεσης, του κοινοβουλευτικού ελέγχου, της πολιτικής συνδιαμόρφωσης και της ουσιαστικής εκπροσώπησης της κοινωνίας, ιδίως της περιφέρειας. Ένας βουλευτής που δεν θα μετρά την επιρροή του από το πόσες υποθέσεις “διευκόλυνε”, αλλά από το αν μπόρεσε να αλλάξει πολιτικές, να επιβάλει λογοδοσία και να φέρει τη φωνή της πραγματικής χώρας στο κέντρο λήψης των αποφάσεων.
Γιατί η ελληνική περιφέρεια δεν αποδυναμώνεται μόνο όταν χάνει υπουργικά χαρτοφυλάκια, προς όφελος του αθηνοκεντρικού κράτους. Αποδυναμώνεται, κυρίως, όταν χάνει τη θεσμική της δυνατότητα να επηρεάζει στην χάραξη πολιτικής, όταν δεν συμμετέχει ισότιμα στη διανομή του πλούτου, όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους που γνωρίζουν το πεδίο, όταν η εμπειρία της πραγματικής παραγωγής, της τοπικής οικονομίας της Περιφέρειας και της ζώσας κοινωνίας μετατρέπεται σε “δεδομένο” για επεξεργασία και όχι σε ζωντανό παράγοντα
διαμόρφωσης της πολιτικής.
Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς αλλαγές προσώπων. Ο Πρωθυπουργός μας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το 2016 επιμένει στους θεσμούς. Σήμερα μπορούμε να επαναξιολογήσουμε από κοινού το επιτελικό κράτος, το οποίο μέχρι σήμερα αξιολογείται από τον εαυτό του, στη βάση ποσοτικών και όχι ποιοτικών δεικτών.
Χρειαζόμαστε, ως κόμμα και Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας μια πιο αποκεντρωμένη και θεσμικά ισορροπημένη αρχιτεκτονική, με αυξημένη λογοδοσία. Με ισχυρά υπουργεία, με ενισχυμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο, με πραγματική συμμετοχή της περιφέρειας, με σαφείς αρμοδιότητες και πραγματική πολιτική ευθύνη. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ένα κράτος που λίγοι αποφασίζουν για όλους, χωρίς να δίνουν άμεσα λόγο στο λαό. Έχει ανάγκη από ένα κράτος που συντονίζεται χωρίς να ασφυκτιά και κυβερνά χωρίς να αποκόπτεται από τη κοινωνία των πολιτών.
Οι βουλευτές δεν υπάρχουν για να υπηρετούν το όποιο επιτελείο. Υπάρχουν για να υπερασπίζονται το εθνικό και λαϊκό συμφέρον, νομοθετώντας και ελέγχοντας την εκτελεστική εξουσία.
ΖΕΜΠΙΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΕΥΒΟΙΑΣ
ΚΑΤΣΑΝΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΑΧΑΪΑΣ
ΜΠΑΡΑΛΙΑΚΟΣ ΞΕΝΟΦΩΝ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΠΙΕΡΙΑΣ,
ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ,
ΠΑΠΠΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ Π.Ε. ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ»