Οι παλαιοί συνταξιούχοι, δηλαδή όσοι είχαν ήδη αποχωρήσει πριν από την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου, εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική κατηγορία που επηρεάζεται περισσότερο από τη λεγόμενη «προσωπική διαφορά».
Πρόκειται για το ποσό που προέκυψε όταν οι παλαιές συντάξεις επανυπολογίστηκαν με το νέο σύστημα και, αντί να μειωθούν άμεσα, η διαφορά διατηρήθηκε ως ξεχωριστό ποσό μέσα στη σύνταξη. Η προσωπική διαφορά συνεχίζει να εμφανίζεται στα ενημερωτικά σημειώματα του e-ΕΦΚΑ.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί συνταξιούχοι δεν βλέπουν πραγματική αύξηση στο ποσό που λαμβάνουν, ακόμη και όταν ανακοινώνονται ετήσιες αυξήσεις. Μέχρι και τις αυξήσεις του 2024 και του 2025, ο e-ΕΦΚΑ είχε διευκρινίσει ότι αυτές συμψηφίζονται με τυχόν προσωπική διαφορά. Δηλαδή πρώτα μειώνουν τη διαφορά αυτή και μόνο αν την ξεπερνούν εμφανίζεται καθαρή αύξηση στο καταβαλλόμενο ποσό της σύνταξης.
Ποιοι δεν βλέπουν αυξήσεις στις συντάξεις
Στην πράξη, αυξήσεις δεν βλέπουν κυρίως όσοι εξακολουθούν να έχουν θετική και σχετικά μεγάλη προσωπική διαφορά. Αν, για παράδειγμα, η ετήσια αύξηση είναι μικρότερη από το ποσό της προσωπικής διαφοράς, ο συνταξιούχος δεν διαπιστώνει αύξηση στη σύνταξή του, αλλά μόνο λογιστική μείωση της διαφοράς. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί και από προηγούμενες επίσημες ανακοινώσεις του e-ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις οποίες συνταξιούχοι με υψηλή προσωπική διαφορά μπορεί να μην δουν αυξήσεις ή αναδρομικά στην πληρωμή τους, επειδή αυτά απορροφώνται από τη διαφορά.
Περισσότερο επηρεάζονται όσοι λάμβαναν παλαιότερα υψηλότερες συντάξεις πριν από τον επανυπολογισμό, αλλά και όσοι εξακολουθούν να έχουν μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο παλιό καταβαλλόμενο ποσό και στο νέο επανυπολογισμένο. Αντίθετα, όσοι έχουν μικρότερη προσωπική διαφορά είναι πιθανότερο να τη μηδενίσουν νωρίτερα και να αρχίσουν να βλέπουν πραγματικές αυξήσεις τα επόμενα χρόνια. Η ίδια η κυβέρνηση, όταν είχε θεσπίσει το έκτακτο επίδομα προσωπικής διαφοράς, είχε αναγνωρίσει το ζήτημα ότι πολλοί συνταξιούχοι με προσωπική διαφορά ωφελήθηκαν ελάχιστα ή καθόλου από τις αυξήσεις.
Από το 2026 ξεκινά πάντως μια αλλαγή που αναμένεται να βελτιώσει σταδιακά την κατάσταση. Σύμφωνα με τις επίσημες εξαγγελίες του οικονομικού επιτελείου και τα στοιχεία του Προϋπολογισμού 2026, από τον Ιανουάριο του 2026 δεν θα συμψηφίζεται το 50% της ετήσιας αύξησης με την προσωπική διαφορά, ενώ από τον Ιανουάριο του 2027 προβλέπεται πλήρης κατάργηση αυτού του συμψηφισμού. Έτσι, παλαιοί συνταξιούχοι που μέχρι σήμερα δεν έβλεπαν αυξήσεις θα αρχίσουν σταδιακά να διαπιστώνουν μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων να προστίθεται στη σύνταξή τους.
Μέχρι τότε, όμως, οι βασικοί «χαμένοι» των αυξήσεων παραμένουν τρεις κατηγορίες:
- Πρώτον, όσοι έχουν μεγάλη θετική προσωπική διαφορά.
- Δεύτερον, όσοι εμφανίζουν αυξήσεις στα χαρτιά, αλλά αυτές εξαντλούνται στον συμψηφισμό και δεν φτάνουν ποτέ στο ποσό που λαμβάνουν.
- Και τρίτον, όσοι βρίσκονται σε εισοδηματικά επίπεδα όπου δεν προκύπτει ουσιαστική μεταβολή, αλλά μόνο μείωση της λογιστικής διαφοράς.
Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκαν και ειδικές ενισχύσεις για συνταξιούχους με προσωπική διαφορά και άθροισμα κύριων συντάξεων έως συγκεκριμένα όρια.
Σημειώνεται ότι για τους συνταξιούχους, σημαντικό είναι να ελέγχουν το ενημερωτικό σημείωμα της σύνταξής τους. Εκεί αναγράφεται αν υπάρχει προσωπική διαφορά και ποιο είναι το ύψος της. Τα ενημερωτικά σημειώματα είναι διαθέσιμα ηλεκτρονικά μέσω του e-ΕΦΚΑ και αποτελούν τον πιο ασφαλή τρόπο για να διαπιστωθεί αν μια μελλοντική αύξηση θα φανεί άμεσα στην πληρωμή ή αν θα απορροφηθεί πρώτα από την προσωπική διαφορά.
Οι παλαιοί συνταξιούχοι δεν μένουν όλοι εκτός αυξήσεων, ωστόσο χωρίς ουσιαστικό όφελος παραμένουν κυρίως όσοι εξακολουθούν να έχουν υψηλή προσωπική διαφορά. Η σταδιακή χαλάρωση του συμψηφισμού από το 2026 και η πλήρης κατάργησή του από το 2027 αλλάζουν την πορεία, όμως για μεγάλο αριθμό συνταξιούχων η πραγματική βελτίωση θα έρθει όσο μειώνεται ή μηδενίζεται η προσωπική διαφορά.