Σαφέστερο και αυστηρότερο πλαίσιο για την αυτοδίκαιη αργία δημοσίων υπαλλήλων θεσπίζει ο νόμος 5270/2026, ο οποίος τροποποιεί τις σχετικές διατάξεις τόσο για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ όσο και για τους υπαλλήλους των δήμων και των κοινοτήτων.
Η ρύθμιση καθορίζει συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες ο υπάλληλος απομακρύνεται αυτομάτως από την υπηρεσία του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη πειθαρχική κρίση.
Πότε επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, σε αυτοδίκαιη αργία τίθεται:
- Υπάλληλος που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, μετά από ένταλμα προσωρινής κράτησης, βούλευμα ή δικαστική απόφαση, εφόσον δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης ή της ποινής. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και όσοι τελούν σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή έχουν περιοριστικούς όρους σε αντικατάσταση προσωρινής κράτησης.
- Υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Στην περίπτωση αυτή, η αργία ξεκινά με την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει είτε με την παρέλευση της προθεσμίας προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας είτε με τη δημοσίευση της απόφασης του ΣτΕ, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή.
- Υπάλληλος σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
- Υπάλληλος που διώκεται για κακούργημα, υπό την προϋπόθεση ότι έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο. Η συγκεκριμένη προσθήκη θεωρείται κρίσιμη, καθώς συνδέει την αργία με ένα προχωρημένο στάδιο της ποινικής διαδικασίας.
Εφαρμογή σε Δημόσιο και Αυτοδιοίκηση
Οι ίδιες προϋποθέσεις ισχύουν τόσο για τους υπαλλήλους του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα όσο και για τους δημοτικούς και κοινοτικούς υπαλλήλους, καθώς οι τροποποιήσεις ενσωματώθηκαν και στους δύο βασικούς υπαλληλικούς κώδικες.
Το νέο καθεστώς τέθηκε σε ισχύ αναδρομικά από τις 2 Σεπτεμβρίου 2025, ενισχύοντας το πλαίσιο ελέγχου σε περιπτώσεις σοβαρών ποινικών εμπλοκών δημοσίων λειτουργών.
Ολόκληρο το άρθρο 21
Προϋποθέσεις αυτοδίκαιης αργίας υπαλλήλων – Τροποποίηση περ. α) και περ. δ) παρ. 1 άρθρου 103 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και περ. α) και περ. δ) παρ. 1 άρθρου 107 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων
1. Στην παρ. 1 του άρθρου 103 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26), περί αυτοδίκαιης αργίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:
α) στην περ. α), μετά από τις λέξεις «δικαστική απόφαση» προστίθενται οι λέξεις «, εφόσον δεν ανεστάλη η εκτέλεση αυτής ή της ποινής»,
β) στην περ. δ), προστίθενται οι λέξεις «και εφόσον έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο», και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία
α) Ο υπάλληλος, ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή βούλευμα ή δικαστική απόφαση, εφόσον δεν ανεστάλη η εκτέλεση αυτής ή της ποινής, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση ή ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή περιοριστικοί όροι σε αντικατάσταση προσωρινής κράτησης.
β) Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή.
γ) Ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
δ) Ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε κακούργημα και εφόσον έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο.»
2. Στην παρ. 1 του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α’ 143), περί αυτοδίκαιης αργίας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:
α) στην περ. α), αα) μετά από τις λέξεις «δικαστική απόφαση» προστίθενται οι λέξεις «, εφόσον δεν ανεστάλη η εκτέλεση αυτής ή της ποινής», αβ) η λέξη «αντί» αντικαθίσταται από τις λέξεις «σε αντικατάσταση»,
β) στην περ. δ) προστίθενται οι λέξεις «και εφόσον έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:
«1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία:
α) Ο υπάλληλος, ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή βούλευμα ή δικαστική απόφαση, εφόσον δεν ανεστάλη η εκτέλεση αυτής ή της ποινής, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση ή ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή περιοριστικοί όροι σε αντικατάσταση προσωρινής κράτησης.
β) Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε η ποινή της οριστικής παύσης. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης και λήγει την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή την ημέρα που δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχει ασκηθεί προσφυγή.
γ) Ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή για οποιοδήποτε έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής.
δ) Ο υπάλληλος, σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για οποιοδήποτε κακούργημα και εφόσον έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα στο ακροατήριο.»
3. Το παρόν ισχύει από τη 2α Σεπτεμβρίου 2025.