Νέα δεδομένα στις προσλήψεις εισάγει το πλαίσιο για τη μισθολογική διαφάνεια, καθώς αλλάζουν τόσο οι πληροφορίες που πρέπει να γνωρίζει ένας υποψήφιος πριν από τη συνέντευξη όσο και τα στοιχεία που μπορεί να ζητήσει ο εργοδότης κατά τη διαδικασία επιλογής.
Οι βασικές διατάξεις τίθενται σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2026 και προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι ο υποψήφιος θα πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων την αμοιβή ή το εύρος των αποδοχών για τη θέση που διεκδικεί. Παράλληλα, ο εργοδότης δεν θα έχει τη δυνατότητα να ζητά πληροφορίες σχετικά με τον τρέχοντα ή προηγούμενο μισθό του.
Οι αλλαγές προβλέπονται στον νόμο 5316/2026, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία. Στόχος είναι να ενισχυθεί η μισθολογική διαφάνεια, να περιοριστούν οι διακρίσεις και να διασφαλιστεί η ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών για ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.
Ο μισθός θα γίνεται γνωστός πριν από τη συνέντευξη
Μία από τις βασικότερες αλλαγές αφορά την ενημέρωση των υποψηφίων για τις αποδοχές που προβλέπονται για τη θέση.
Γενικές αναφορές όπως «ανταγωνιστικός μισθός» ή «αποδοχές ανάλογες των προσόντων» δεν θα θεωρούνται πλέον επαρκείς από μόνες τους. Ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να ενημερώνεται για την αμοιβή ή το εύρος των αποδοχών, καθώς και για τις σχετικές προβλέψεις συλλογικής σύμβασης εργασίας, εφόσον αυτή εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη θέση.
Έτσι, ο υποψήφιος θα έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει πριν προχωρήσει στη διαδικασία επιλογής εάν οι προσφερόμενες αποδοχές ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε αγγελία εργασίας θα πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει συγκεκριμένο ποσό. Η σχετική ενημέρωση μπορεί να παρέχεται γραπτώς ή προφορικά, για παράδειγμα μέσω email ή τηλεφωνικής επικοινωνίας, αρκεί να γίνεται εγκαίρως πριν από τη συνέντευξη.
Εάν δεν προβλέπεται συνέντευξη, η ενημέρωση αυτή θα πρέπει να έχει δοθεί πριν από τη σύναψη της σύμβασης εργασίας.
Οι υποψήφιοι δεν θα αποκαλύπτουν στους εργοδότες τον προηγούμενο μισθό τους
Αλλαγές προβλέπονται και κατά τις συνεντεύξεις εργασίας, καθώς οι εργοδότες δεν θα μπορούν να ζητούν από τους υποψηφίους να αποκαλύψουν το μισθολογικό τους ιστορικό.
Η απαγόρευση δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον εργοδότη, αλλά και οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό του, όπως υπεύθυνους προσλήψεων, εταιρείες αναζήτησης προσωπικού και εξωτερικούς συνεργάτες.
Μάλιστα, η απαγόρευση ισχύει σε όλη τη διαδικασία πρόσληψης και όχι μόνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Επομένως, η συγκεκριμένη ερώτηση δεν θα μπορεί να τίθεται ούτε σε προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τον υποψήφιο.
Στόχος είναι ο μισθός στη νέα θέση να μην καθορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές του εργαζομένου, ώστε να αποτρέπεται η μεταφορά μιας χαμηλής αμοιβής από μία θέση εργασίας στην επόμενη.
Η διαπραγμάτευση του μισθού παραμένει
Οι νέοι κανόνες δεν καταργούν τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης των αποδοχών.
Ο εργοδότης θα μπορεί να εξακολουθήσει να ρωτά τον υποψήφιο ποιες είναι οι οικονομικές προσδοκίες του και να εξετάζει εάν αυτές συμβαδίζουν με το ποσό που έχει προβλεφθεί για τη συγκεκριμένη θέση.
Η βασική αλλαγή είναι ότι η συζήτηση θα αφορά τις απαιτήσεις του εργαζομένου για τη νέα θέση και όχι το ύψος των αποδοχών που λάμβανε στο παρελθόν.
Θα εξετάζονται μπόνους, επιδόματα και παροχές
Οι αλλαγές αφορούν όχι μόνο τη διαδικασία πρόσληψης, αλλά και τις αμοιβές των εργαζομένων μέσα στις επιχειρήσεις.
Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν άνδρες και γυναίκες αμείβονται ισότιμα για ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, θα εξετάζεται το σύνολο των αποδοχών τους.
Στον υπολογισμό θα περιλαμβάνονται, εκτός από τον βασικό μισθό, τα μπόνους, τα επιδόματα, οι υπερωρίες, οι παροχές σε είδος και οι σχετικές παροχές επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων.
Ως εκ τούτου, δύο εργαζόμενοι μπορεί να λαμβάνουν τον ίδιο βασικό μισθό, αλλά να εμφανίζουν διαφορά στο συνολικό ύψος των αποδοχών τους.
Τι προβλέπεται όταν η μισθολογική διαφορά ξεπερνά το 5%
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ύπαρξη μισθολογικού χάσματος τουλάχιστον 5% μεταξύ ανδρών και γυναικών σε συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων.
Για τους εργοδότες που έχουν υποχρέωση υποβολής στοιχείων, εάν η συγκεκριμένη διαφορά δεν δικαιολογείται από αντικειμενικά και ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια και δεν διορθωθεί εντός έξι μηνών από την υποβολή των στοιχείων, προβλέπεται κοινή αξιολόγηση των αμοιβών μαζί με τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
Τα μέτρα που θα προκύψουν από την αξιολόγηση θα πρέπει να εφαρμοστούν και οι μισθολογικές διαφορές να διορθωθούν μέσα σε ένα έτος από την κοινοποίησή της.
Οι επιχειρήσεις που θα υποβάλλουν στοιχεία
Η υποχρέωση υποβολής στοιχείων για το μισθολογικό χάσμα αφορά επιχειρήσεις με τουλάχιστον 100 εργαζομένους, ενώ οι προθεσμίες διαφέρουν ανάλογα με το μέγεθός τους.
Οι επιχειρήσεις που απασχολούν 250 ή περισσότερους εργαζομένους θα πρέπει να υποβάλουν την πρώτη έκθεση έως τις 7 Ιουνίου 2027 και στη συνέχεια κάθε χρόνο.
Για τις επιχειρήσεις με 150 έως 249 εργαζομένους, η πρώτη προθεσμία είναι επίσης η 7η Ιουνίου 2027, όμως στη συνέχεια η υποβολή θα πραγματοποιείται ανά τρία χρόνια.
Τέλος, οι επιχειρήσεις με 100 έως 149 εργαζομένους θα πρέπει να υποβάλουν για πρώτη φορά τα σχετικά στοιχεία έως τις 7 Ιουνίου 2031 και στη συνέχεια ανά τρία χρόνια.