Η λέξη ομπρέλα είναι άκρως συνδεδεμένη με την καθημερινή μας ομιλία, ωστόσο πρόκειται για δανική λέξη από την ιταλική γλώσσα.
Συγκεκριμένα, προέρχεται από τη λέξη ombrella, που με τη σειρά της έχει λατινικές ρίζες και σχετίζεται με τη σκιά (ombra).
Η ομπρέλα, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο αξεσουάρ των βροχερών ημερών του φθινοπώρου, περιγράφεται στα ελληνικά με δύο καθαρά ελληνικούς όρους, ανάλογα με τη χρήση του:
- αλεξιβρόχιο για τη βροχή και αλεξήλιο για την προστασία από τον ήλιο.
Πρόκειται για σύνθετες λέξεις με σαφή ετυμολογική δομή. Και οι δύο ξεκινούν από το ρήμα αλέξω που σημαίνει «αποκρούω», ενώ το δεύτερο συνθετικό διαφοροποιείται ανάλογα με το στοιχείο από το οποίο μας προστατεύει: τη βροχή ή τον ήλιο.
Παρότι οι λέξεις αυτές είναι ακριβείς και καθαρά ελληνικές, χρησιμοποιούνται σπάνια, καθώς η «ομπρέλα» έχει επικρατήσει σχεδόν καθολικά στον καθημερινό λόγο.