Σημαντικές φορολογικές επιβαρύνσεις επιβλήθηκαν σε εταιρεία μέσω της οποίας δραστηριοποιούνταν influencer στο Instagram, έπειτα από έλεγχο της ΑΑΔΕ που αφορούσε το φορολογικό έτος 2019.
Η υπόθεση εξετάστηκε από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία με την απόφαση 1966/2026 επικύρωσε τα ευρήματα του φορολογικού ελέγχου και απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή της εταιρείας.
Πώς έγινε ο φορολογικός έλεγχος
Η εντολή ελέγχου εκδόθηκε στο πλαίσιο ειδικής δράσης της ΑΑΔΕ για Έλληνες influencers που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι ελεγκτές αξιοποίησαν στοιχεία από:
-
τις αναρτήσεις στον επαγγελματικό λογαριασμό στο Instagram,
-
τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας,
-
ιδιωτικά συμφωνητικά,
-
καθώς και φορολογικά παραστατικά.
54 αναρτήσεις χωρίς τιμολόγηση
Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι μέσα στο 2019 δημοσιεύθηκαν συνολικά 322 αναρτήσεις στον επαγγελματικό λογαριασμό της διαχειρίστριας της εταιρείας.
Από αυτές, αρκετές είχαν τιμολογηθεί κανονικά, όμως για 54 αναρτήσεις κρίθηκε ότι δεν είχαν εκδοθεί τα απαιτούμενα φορολογικά στοιχεία, παρότι, σύμφωνα με τη φορολογική διοίκηση, αφορούσαν εμπορικές συνεργασίες.
Η συνολική καθαρή αξία των συγκεκριμένων δημοσιεύσεων προσδιορίστηκε στις 81.500 ευρώ, ενώ ο αναλογών ΦΠΑ ανήλθε σε 19.560 ευρώ.
Με βάση τα ευρήματα του ελέγχου επιβλήθηκαν:
-
πρόστιμο 9.780 ευρώ για μη έκδοση φορολογικών στοιχείων,
-
διαφορά φόρου εισοδήματος 28.083,52 ευρώ,
-
πρόστιμο φόρου εισοδήματος 14.041,76 ευρώ,
-
καθώς και ΦΠΑ ύψους 19.560 ευρώ.
Hashtags και tags αποτέλεσαν βασικά στοιχεία του ελέγχου
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι ο έλεγχος δεν βασίστηκε αποκλειστικά στην ύπαρξη των αναρτήσεων, αλλά στα χαρακτηριστικά τους.
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι στις συγκεκριμένες δημοσιεύσεις υπήρχαν hashtags και tags εταιρειών, όπως ακριβώς συνέβαινε και σε αναρτήσεις που είχαν ήδη τιμολογηθεί ως εμπορικές συνεργασίες.
Η σύγκριση αυτή θεωρήθηκε επαρκής ένδειξη ότι επρόκειτο για διαφημιστικές υπηρεσίες που έπρεπε να είχαν φορολογηθεί.
Τι υποστήριξε η εταιρεία
Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι μέρος των αναρτήσεων δεν αποτελούσε φορολογητέα συναλλαγή.
Ειδικότερα, υποστήριξε ότι υπήρχαν:
-
9 περιπτώσεις barter, δηλαδή ανταλλαγής προϊόντων ή υπηρεσιών με προβολή,
-
11 αναρτήσεις giveaways,
-
καθώς και 46 δημοσιεύσεις που χαρακτήρισε προσωπικές στιγμές της διαχειρίστριας.
Ωστόσο, η ΔΕΔ απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, κρίνοντας ότι ακόμη και στις περιπτώσεις barter υφίσταται οικονομική συναλλαγή, αφού η διαφημιστική προβολή παρέχεται ως αντάλλαγμα για προϊόντα ή υπηρεσίες.
Παράλληλα, έκρινε ότι και οι αναρτήσεις που παρουσιάστηκαν ως προσωπικές είχαν σαφή χαρακτηριστικά οργανωμένης προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς συνδέονταν άμεσα με την επαγγελματική δραστηριότητα της εταιρείας.
Πώς υπολογίστηκε η αξία των αναρτήσεων
Για τον προσδιορισμό της αξίας των συναλλαγών, ο έλεγχος χρησιμοποίησε πραγματικά οικονομικά στοιχεία της ίδιας της εταιρείας.
Ως βάση λήφθηκαν οι ελάχιστες χρεώσεις που προέκυπταν από ιδιωτικά συμφωνητικά και τιμολόγια προηγούμενων συνεργασιών, μεταξύ των οποίων:
-
1.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ για μία διαφημιστική ανάρτηση (post),
-
2.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ για αναρτήσεις τύπου giveaway.
Η ΔΕΔ έκρινε ότι, όταν διαπιστώνεται μη έκδοση φορολογικών στοιχείων, η φορολογική αρχή έχει δικαίωμα να προσδιορίζει τα ακαθάριστα έσοδα αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο στοιχείο και αντικειμενικές ενδείξεις.
Με την απόφαση 1966/2026, επικυρώθηκαν οι πράξεις του 3ου ΕΛΚΕ Αττικής που αφορούσαν τον πρόσθετο φόρο εισοδήματος, τον ΦΠΑ και τα πρόστιμα για τη μη έκδοση φορολογικών στοιχείων.