Αυξήσεις στις τιμές της φέτας και των υπόλοιπων γαλακτοκομικών προϊόντων αναμένεται να αντιμετωπίσουν οι καταναλωτές το προσεχές διάστημα, καθώς η περιορισμένη παραγωγή πρόβειου γάλακτος και η άνοδος του ενεργειακού κόστους επηρεάζουν σταδιακά τις τιμές στην αγορά.
Όπως αναφέρθηκε στην εκπομπή «Limit Up» του OPEN, οι ανατιμήσεις στη φέτα υπολογίζεται ότι ενδέχεται να κυμανθούν από 5% έως 9%. Σήμερα, η τιμή της διαμορφώνεται περίπου στα 12-13 ευρώ το κιλό, ενώ σε ορισμένα σούπερ μάρκετ έχει ήδη πλησιάσει τα 16 ευρώ.
Βασική αιτία των αυξημένων τιμών αποτελεί η κατάσταση που επικρατεί στην παραγωγή. Το έλλειμμα στο πρόβειο γάλα εκτιμάται σε περίπου 100.000 τόνους, σε συνολική παραγωγή 700.000 τόνων. Από αυτή την ποσότητα, οι 60.000-70.000 τόνοι αποδίδονται στις απώλειες και τις ασθένειες του ζωικού κεφαλαίου, ενώ περίπου 30.000 τόνοι συνδέονται με την αυξημένη ζήτηση που προέρχεται από τις εξαγωγές.
Παράλληλα, οι εξαγωγές φέτας έχουν καταγράψει αύξηση 7%, την ώρα που οι απώλειες στο ζωικό κεφάλαιο υπολογίζονται σε περίπου 600.000 ζώα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη διαθέσιμη πρώτη ύλη.
Πόσο μπορεί να ακριβύνει η φέτα
Πιο επιφυλακτικός απέναντι στις εκτιμήσεις που θέλουν την τιμή της φέτας να φτάνει ακόμη και τα 15-17 ευρώ το κιλό εμφανίστηκε ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, Παύλος Σατολιάς, μιλώντας στην εκπομπή.
«Δεν θέλω να μιλάμε για φέτα 15 και 17 ευρώ. Θεωρώ δεν θα πάει εκεί, δεν μπορεί να πάει εκεί», δήλωσε, εκτιμώντας ότι η αύξηση του κόστους της πρώτης ύλης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβάρυνση περίπου 1 έως 1,5 ευρώ ανά κιλό στο τελικό προϊόν.
Όπως ανέφερε, οι μεταποιητικές επιχειρήσεις έχουν απορροφήσει μέχρι στιγμής μέρος των αυξήσεων του κόστους. Ωστόσο, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η περιορισμένη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης μειώνουν τα περιθώρια για να συνεχιστεί η ίδια τακτική.
Οι ανατιμήσεις ενδέχεται να επηρεάσουν και άλλα προϊόντα που παρασκευάζονται από πρόβειο γάλα, όπως το γιαούρτι και διάφορα τυροκομικά. Ο κ. Σατολιάς εκτίμησε ότι οι αυξήσεις θα μπορούσαν να φτάσουν έως περίπου το 10%, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο να διαμορφωθούν τελικά σε χαμηλότερα επίπεδα.
Το βασικό ζητούμενο είναι πλέον σε ποιο βαθμό θα καταφέρει η αλυσίδα παραγωγής και διάθεσης να απορροφήσει το επιπλέον κόστος προτού αυτό μετακυλιστεί στις τιμές των προϊόντων στα ράφια, σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, οι καταναλωτές «δεν έχουν περιθώρια».