Με τις καταθέσεις επιζώντων από το τρίτο βαγόνι συνεχίζεται η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη, με τις μαρτυρίες να αποτυπώνουν τις δραματικές στιγμές που ακολούθησαν τη σύγκρουση το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Ιδιαίτερα συγκλονιστικές ήταν οι καταθέσεις τεσσάρων νεαρών γυναικών, δύο αδελφών και των δύο φίλων τους, οι οποίες ταξίδευαν μαζί στο τρίτο βαγόνι. Περιέγραψαν τον εκκωφαντικό θόρυβο, τη φωτιά που φούντωνε έξω από τα παράθυρα, τη θερμοκρασία που ανέβαινε διαρκώς και την προσπάθειά τους να διαφύγουν από ένα σπασμένο παράθυρο.
Όπως ανέφεραν, η έντονη θερμότητα ήταν τέτοια που τα μαλλιά τους κάηκαν, χωρίς οι ίδιες να έρθουν σε άμεση επαφή με τις φλόγες. Παράλληλα, μίλησαν για μια αποπνικτική μυρωδιά που, όπως είπαν, δεν είχαν συναντήσει ποτέ ξανά.
«Ένιωσα ότι θα πεθάνω» – Οι μαρτυρίες των τεσσάρων κοριτσιών
Οι τέσσερις νεαρές ήταν ανάμεσα στους πρώτους επιβάτες που κατάφεραν να απεγκλωβιστούν. Για να φτάσουν από τις γραμμές στον δρόμο, χρειάστηκε να σκαρφαλώσουν στο χώμα, χρησιμοποιώντας ακόμη και τα νύχια τους για να κρατηθούν. Εκεί εντόπισαν ένα περιπολικό, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με λεωφορείο στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, όπου και νοσηλεύτηκαν.
Μία από τις επιζώσες περιέγραψε στην κατάθεσή της τη στιγμή της σύγκρουσης, λέγοντας: «Ανησυχούσαμε. Είχε έντονο φως στο βαγόνι, από έξω απόλυτο σκοτάδι. Κοιτάξαμε αν ανησυχεί ο κόσμος και κάποιοι αναρωτιούνταν γιατί σταμάτησε ενώ είχε καθυστέρηση. Η Έλλη πήγε πιο πίσω να ξαπλώσει. Είχα κλείσει τα μάτια μου χωρίς να με πάρει ο ύπνος. Ένιωσα σαν απότομο φρενάρισμα, σύρσιμο. Σε δευτερόλεπτα επικράτησε χάος και ένιωσα να στροβιλίζομαι. Ένιωθα ότι πέφτω από αεροπλάνο».
Στη συνέχεια, περιέγραψε τη δύναμη της σύγκρουσης και τις συνθήκες που επικράτησαν μέσα στο βαγόνι: «Πετάγονταν θραύσματα παντού. Ένιωσα τεράστια κύματα θερμότητας να έρχονται. Ένιωσα ότι θα πεθάνω και δεν μπορώ να κάνω τίποτα να το αποτρέψω. Ένιωσα τεράστιο βάρος στο κεφάλι μου. Τεράστια φωτιά από τα δεξιά μας. Έγειρε το βαγόνι, μεγάλη κλίση. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, έτσουζε πολύ ο λαιμός μου. Ένιωσα ότι θα γίνει έκρηξη».
Η ίδια θυμήθηκε ακόμη τις φωνές των επιβατών, ένα μωρό που έκλαιγε και την προσπάθεια όσων βρίσκονταν στο βαγόνι να βρουν τρόπο διαφυγής. Όπως ανέφερε, η αδελφή της είχε σφηνώσει το πόδι της, μέχρι που ένας νεαρός κατάφερε να την απεγκλωβίσει.
Μία από τις υπόλοιπες επιζώσες περιέγραψε τους ήχους της σύγκρουσης και την προσπάθεια να εγκαταλείψουν το βαγόνι:
«Ήταν δυνατοί οι θόρυβοι. Λαμαρίνες να συγκρούονται. Πολύ δυνατή φωτιά, ψηλή, τεράστια. Το μόνο φως. Ανεβαίναμε από τις λαμαρίνες. Ευτυχώς υπήρχαν παιδιά που βοηθούσαν. Απόλυτο σκοτάδι. Εκεί πήρα τον μπαμπά μου τηλέφωνο. Του είπα: “Καιγόμαστε, καίγονται τα μαλλιά μας”».
Η μάρτυρας θυμήθηκε επίσης τις προειδοποιήσεις άλλων επιβατών για τα σημεία από τα οποία μπορούσαν να περάσουν, αλλά και τον φόβο για τα καλώδια που ενδεχομένως είχαν ρεύμα. Όπως κατέθεσε, όταν έφτασαν στις ράγες, δεν είχαν ακόμη καταφθάσει τα περιπολικά, ενώ η ανάβαση προς τον δρόμο ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Το ηλικιωμένο ζευγάρι που επέζησε από τη φωτιά
Στη δίκη κατέθεσε και ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που ταξίδευε επίσης στο τρίτο βαγόνι. Πρόκειται για τη Χέιζελ Λορραίν Χάγγινς, με καταγωγή από τη Σκωτία, η οποία ζει εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, και τον σύζυγό της, Πέτρο Σταυρόπουλο.
Η κ. Χάγγινς περιέγραψε τη φωτιά ως μια τεράστια πύρινη μπάλα, ενώ αναφέρθηκε και στη βοήθεια που δέχθηκε από τον σύζυγό της για να απεγκλωβιστεί, καθώς το πόδι της είχε παγιδευτεί ανάμεσα σε δύο καθίσματα.
Όπως κατέθεσε: «Τεράστια μπάλα φωτιάς, κάτι σαν αέριο. Ήταν φοβερό. Κάποιο παιδί φώναξε να σπάσουμε το παράθυρο να φύγουμε, να μην καούμε κι εμείς. Ήμουν ξαπλωμένη. Έρχεται ο άντρας μου, βοηθά τις κοπέλες από πάνω μου να φύγουν, μέχρι να ελευθερώσει το πόδι μου που ήταν σφηνωμένο σε δύο καρέκλες. Ήταν δύσκολο. Ήξερα ότι πρέπει να σωθώ».
Η ίδια περιέγραψε την κατάσταση που αντίκρισε μετά την έξοδό της από το τρένο, αλλά και τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε τραυματιστεί σοβαρά στο δεξί πλευρό και στον δεξιό μηρό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην έντονη μυρωδιά που επικρατούσε στο σημείο και η οποία, όπως είπε, είχε παραμείνει ακόμη και στα προσωπικά τους αντικείμενα. Μίλησε, επίσης, για τις ψυχολογικές συνέπειες της τραγωδίας, σημειώνοντας ότι κάποιες στιγμές αισθάνεται σαν να βρίσκεται ξανά μέσα σε ταινία.
Κλείνοντας την κατάθεσή της, υπογράμμισε την ανάγκη για ασφαλείς μεταφορές, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αυτό δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Ήταν έγκλημα». Παράλληλα, αναφέρθηκε στην εμπειρία της από τις σιδηροδρομικές μεταφορές στη Σκωτία και τόνισε ότι η ασφάλεια πρέπει να αποτελεί ευθύνη όλων όσοι έχουν θέσεις ευθύνης.
«Δεν υπήρχε φως και φαινόταν μόνο η φωτιά»
Ο σύζυγός της, Πέτρος Σταυρόπουλος, κατέθεσε ότι το τρένο είχε ξεκινήσει από τη Λάρισα με καθυστέρηση και ότι περίπου 20 λεπτά αργότερα σημειώθηκε η σύγκρουση. Όπως περιέγραψε, εκτινάχθηκε από τη θέση του και βρέθηκε στον διάδρομο, ενώ η σύζυγός του πετάχτηκε σε απόσταση δύο με τριών μέτρων.
«Δύο λεπτά μετά συνήλθα. Το βαγόνι είχε πάρει κλίση. Γινόταν χαλασμός μέσα, δεν υπήρχε φως και φαινόταν μόνο η φωτιά», ανέφερε, περιγράφοντας την προσπάθεια διαφυγής προς το σπασμένο παράθυρο.
Ο ίδιος μίλησε για τη ζέστη, τον καπνό και τις φλόγες που έβλεπε έξω από το βαγόνι, ενώ εξήγησε ότι, όταν έφτασαν στο σημείο όπου βρίσκονταν οι διασώστες, οι πυροσβέστες τούς έριξαν σκοινιά για να καταφέρουν να ανέβουν στον δρόμο.
Στη συνέχεια, όσοι είχαν ελαφρύτερα τραύματα επιβιβάστηκαν σε λεωφορείο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Το ζευγάρι έφτασε στην πόλη περίπου στις 2:00 με 2:30 τα ξημερώματα και μεταφέρθηκε με το ΕΚΑΒ στο ΑΧΕΠΑ.