Μια εντυπωσιακή αρχαιολογική εξέλιξη από την Αίγυπτο προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς ερευνητές κατάφεραν να ανασύρουν από τον βυθό τμήματα που ταυτοποιούνται με την κεντρική είσοδο του Φάρου της Αλεξάνδρειας, ενός από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο Ανατολικό Λιμάνι της Αλεξάνδρειας, στο πλαίσιο ερευνών που βρίσκονται σε εξέλιξη από το 2015. Οι αρχαιολόγοι ανέσυραν συνολικά 22 ογκώδεις λίθους από γρανίτη και ασβεστόλιθο, με βάρος που φτάνει έως και τους 80 τόνους. Πρόκειται για την πιο ολοκληρωμένη ανάκτηση αρχιτεκτονικών στοιχείων του μνημείου από την εποχή της κατάρρευσής του.
Η επιστημονική ανάλυση έδειξε ότι τα ευρήματα σχετίζονται άμεσα με την κύρια είσοδο του φάρου, καθώς περιλαμβάνουν υπέρθυρα, οριζόντιες δοκούς, πλευρικούς λίθους και πλάκες δαπέδου από το κατώφλι. Τα στοιχεία αυτά δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για την κατασκευή και τη μορφή του εμβληματικού πύργου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τεχνοτροπία των λίθων, η οποία συνδυάζει αιγυπτιακά και ελληνικά στοιχεία. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό αποκαλύπτει ότι ο φάρος διέθετε πιο σύνθετη αρχιτεκτονική δομή από ό,τι είχε εκτιμηθεί μέχρι σήμερα. Μεταξύ των σημαντικών ευρημάτων ξεχωρίζει μια άγνωστη μέχρι σήμερα κατασκευή σε μορφή πυλώνα με αιγυπτιακού τύπου είσοδο, στοιχείο που επιβεβαιώνει την πολιτισμική σύνθεση του έργου.
Οι επιστήμονες του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας προχωρούν πλέον σε λεπτομερείς σαρώσεις και μελέτες των λίθων, προκειμένου να αποκαλύψουν τις τεχνικές κατασκευής και να αποσαφηνίσουν τη συνολική μορφή του μνημείου.
Η έρευνα αποτελεί μέρος του διεθνούς προγράμματος Pharos, το οποίο έχει ως στόχο τη δημιουργία ενός πλήρους «ψηφιακού διδύμου» του φάρου — μιας εικονικής ανακατασκευής που θα αποτυπώνει με ακρίβεια την αρχική του μορφή.
Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. από τον αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο στη νησίδα Φάρος. Με ύψος περίπου 140 μέτρων, θεωρούνταν ένα από τα υψηλότερα ανθρώπινα κατασκευάσματα της αρχαιότητας, δεύτερο μόνο μετά τις μεγάλες πυραμίδες της Αιγύπτου.
Ο πύργος ήταν δομημένος σε διαδοχικά επίπεδα — τετράγωνη βάση, τετράγωνο και οκτάγωνο σώμα και κυκλική κορυφή, όπου υπήρχε άγαλμα θεότητας, πιθανότατα του Ποσειδώνα ή του Απόλλωνα. Στην κορυφή λειτουργούσε σύστημα φωτισμού με καθρέπτη που αντανακλούσε το φως της ημέρας και φλόγα τη νύχτα, καθοδηγώντας τα πλοία.
Το μνημείο παρέμεινε σε λειτουργία για περισσότερους από 1.600 χρόνια, μέχρι την οριστική καταστροφή του από ισχυρούς σεισμούς τον 14ο αιώνα.