Η αύξηση του ονομαστικού ημερομισθίου κατά 40 ευρώ μεικτά, που τέθηκε σε ισχύ από την περασμένη Τετάρτη, χαρακτηρίζεται «σταγόνα στον ωκεανό», καθώς δεν αρκεί για να επιτρέψει σε όσους αμείβονται με τον κατώτατο μισθό να καλύψουν αξιοπρεπώς τις ανάγκες τους, λόγω του αυξημένου κόστους ζωής.
Παράλληλα με την ακρίβεια, υπάρχει και ο κίνδυνος να περιοριστεί ακόμη περισσότερο το όφελος για όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης.
Σύμφωνα με νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, η αύξηση του κατώτατου μισθού ενδέχεται να μειώσει το καθαρό όφελος στο διαθέσιμο εισόδημα εργαζομένων που λαμβάνουν παροχές συνδεδεμένες με εισοδηματικά κριτήρια, καθώς οι υψηλότερες αποδοχές μπορεί να συνοδεύονται από αυξημένους φόρους ή εισφορές αλλά και από μερική ή πλήρη απώλεια επιδομάτων.
Η εξέλιξη του κατώτατου μισθού
Το ΚΕΦΙΜ επισημαίνει ότι οι αυξήσεις μισθών μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας που λαμβάνουν εργαζόμενοι από διάφορα προγράμματα, ακόμη και σε βαθμό μεγαλύτερο από την ίδια την αύξηση του εισοδήματός τους. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρει μελέτες που καταγράφουν στατιστικά σημαντική μείωση της ιατρικής ασφάλειας που προσφέρουν οι εργοδότες μετά την εφαρμογή κατώτατου μισθού.
Η γενικότερη επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων συνδέεται και με το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό κατώτατου προς μέσο μισθό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο φτάνει το 63%. Το ποσοστό αυτό απέχει αισθητά από εκείνα άλλων χωρών, όπως της Πολωνίας με 56% και της Γαλλίας με 48%.
Το ΚΕΦΙΜ εξετάζει επίσης την εξέλιξη του κατώτατου μισθού ως ποσοστό του μέσου μισθού από το 2009 έως το 2024. Το 2024 το ποσοστό έφτασε στο 63%, σημειώνοντας σημαντική άνοδο σε σχέση με το 2013, όταν, στο αποκορύφωμα της κρίσης λιτότητας, είχε υποχωρήσει στο χαμηλότερο σημείο του, στο 47%.
Από το 2017 και έπειτα καταγράφεται ανοδική πορεία του ποσοστού, η οποία όμως δεν αντανακλά ουσιαστική βελτίωση των κατώτατων αποδοχών αλλά κυρίως τη στασιμότητα του μέσου μισθού, κάτι που θεωρείται βασικός παράγοντας διεύρυνσης της εργασιακής φτώχειας την τελευταία δεκαετία.
Χαμηλόμισθοι και νέοι
Το ΚΕΦΙΜ τονίζει ότι η πραγματική επίδραση της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας, καθώς και από τις πιέσεις που ασκούν ο πληθωρισμός και οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, οι οποίες αναμένεται να ενταθούν λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Όπως επισημαίνεται, η επίδραση του κατώτατου μισθού δεν αφορά μόνο τις αποδοχές, αλλά σχετίζεται επίσης με την απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα και τη διαμόρφωση των κενών θέσεων εργασίας.
Η μελέτη αναφέρει ακόμη πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στον ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα για νέους και χαμηλόμισθους εργαζόμενους, κυρίως όταν οι αυξήσεις των μισθών δεν συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα. «Η σύνδεση αυτή αποδίδεται από σχετικές έρευνες στην παρατηρούμενη μείωση της κερδοφορίας και των επενδύσεων που οφείλεται στην ύπαρξη κατώτατων μισθών» υποστηρίζει η μελέτη.