Η λέξη «ασκαρδαμυκτί» είναι μια παλαιότερη, μάλλον λογοτεχνική λέξη στην ελληνική γλώσσα και σημαίνει:
«χωρίς τάξη ή διάταξη, ανακατεμένα, χωρίς λογική σειρά» ή «ανακατωμένα, άτακτα, ανενδοίαστα».
Συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που γίνεται βιαστικά, χωρίς σκέψη, ή εντελώς μπερδεμένα, π.χ.:
«Τα βιβλία ήταν ασκαρδαμυκτί πάνω στο πάτωμα.»
«Μπήκε ασκαρδαμυκτί στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει.»
Η προέλευση της λέξης φαίνεται να είναι σύνθετη και παλιά, με ρίζες στη λαϊκή γλώσσα.
Η λεξη «ασκαρδαμυκτί»
Σύμφωνα με το wiktionary.com είναι επίρρημα:
- (αρχαιοπρεπές) χωρίς να ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα, με βλέμμα ατενές, ατενώς
- πολύ γρήγορα, όσο χρειάζεται για να ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.