Η λέξη «βαρούλκο» σημαίνει μηχανισμό ανύψωσης ή έλξης (χειροκίνητο ή μηχανικό), που χρησιμοποιείται για να σηκώνει ή να τραβά βαριά αντικείμενα με τη βοήθεια σχοινιού, συρματόσχοινου ή αλυσίδας.
Τη συναντάμε συχνά στη ναυτιλία, στα εργοτάξια, αλλά και σε οχήματα 4x4 (π.χ. βαρούλκο για απεγκλωβισμό).
Παραδείγματα
- βαρούλκο πλοίου (για άγκυρες ή φορτία)
- ηλεκτρικό βαρούλκο αυτοκινήτου
- χειροκίνητο βαρούλκο σε οικοδομές
Ετυμολογία
Η λέξη βαρούλκο προέρχεται από το ιταλικό verricello, που σημαίνει ανυψωτικός μηχανισμός / εργάτης.
Το ιταλικό verricello ανάγεται στο λατινικό verriculum, υποκοριστικό του verres (= στρέφω, γυρίζω), δηλαδή κάτι που λειτουργεί με περιστροφή — ακριβώς όπως το βαρούλκο.
Η λέξη πέρασε στα ελληνικά κυρίως μέσω της ναυτικής ορολογίας, όπως και πολλές άλλες ιταλικής προέλευσης.