Η φράση «α προπό» είναι ελληνική έκφραση και χρησιμοποιείται συνήθως στην καθομιλουμένη με χιουμοριστικό ή ειρωνικό ύφος. Στην ουσία, είναι μια μικρή παραφθορά της λέξης «α, προπό!», που με τη σειρά της προέρχεται από το «α, πρόπο», δηλαδή μια σύντομη, εκφραστική αντίδραση σαν «α, μάλιστα» ή «α, καλά». Ακόμη σημαίνει με την ευκαιρία, δοθείσης της ευκαιρίας.
Χρησιμοποιείται όταν κάποιος θέλει να:
Εκφράσει έκπληξη ή αμφιβολία, π.χ.:
«Είπε ότι διάβασε όλο το βιβλίο σε μία νύχτα.»
«Α προπό…» (σαν να λέμε «Μάλιστα…»)
Κάνει ειρωνικό σχόλιο, π.χ.:
«Θα γίνω πιλότος αύριο.»
«Α προπό…» (σαν να λέμε «Α, βέβαια…»)
Είναι πολύ καθημερινή έκφραση και χρησιμοποιείται περισσότερο από νέους ή σε ανεπίσημες συζητήσεις.