Η λέξη «ράτσα» προέρχεται από το ιταλικό razza, που σημαίνει «φυλή», «είδος», «γενιά» ή «καταγωγή». Πέρασε στα ελληνικά κυρίως κατά την περίοδο της ενετικής επιρροής και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να δηλώσει τη γενεαλογική προέλευση ανθρώπων ή ζώων.
Η ελληνική λέξη που θεωρείται πιο κοντινή απόδοση είναι η «φυλή», ανάλογα πάντα με τα συμφραζόμενα. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αποδοθεί ως:
- «γένος»
- «καταγωγή»
- «είδος»
- «ράβδος αίματος» / «γενιά» (παλαιότερα)
Στη σύγχρονη χρήση, η λέξη «ράτσα» χρησιμοποιείται συχνά:
- για ζώα («ράτσα σκύλου»),
- μεταφορικά για ανθρώπους («είναι άλλη ράτσα» = ξεχωριστός χαρακτήρας ή ποιότητα),
- αλλά και σε κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα, όπου έχει συνδεθεί με την έννοια της «φυλής».
Η απώτερη ετυμολογία της ιταλικής λέξης δεν είναι απολύτως βέβαιη. Υπάρχουν θεωρίες ότι συνδέεται με λατινικές ή αραβικές ρίζες, όμως δεν υπάρχει οριστική συμφωνία μεταξύ των γλωσσολόγων.