Η λέξη «πίστα» είναι δάνειο από τα ιταλικά (pista), και στα ελληνικά χρησιμοποιείται με πολλές σημασίες: διάδρομος αγώνων, χορευτικός χώρος, μουσική παραγωγή κ.ά.
Ανάλογα με το συμφραζόμενο, η πιο «ελληνική» απόδοση μπορεί να είναι:
- διάδρομος → για αγώνες ή αεροδρόμια
- χορευτικός χώρος / χοροστάσι → για νυχτερινά κέντρα
- μουσικό κομμάτι ή ηχογράφηση → για τη μουσική «πίστα» (track)
- ίχνος ή πατημασιά → που συνδέεται και με την αρχική ετυμολογική σημασία της λέξης
Ετυμολογικά, η ιταλική λέξη pista συνδέεται με το «πατημένο μονοπάτι», δηλαδή το ίχνος που αφήνουν τα βήματα ή οι τροχοί.
Στη νεοελληνική πάντως, η λέξη «πίστα» έχει πλέον καθιερωθεί πλήρως και θεωρείται φυσικό μέρος του λεξιλογίου.