Η λέξη «ευθαλής» σημαίνει αυτός που είναι εύρωστος, ζωηρός και ανθίζει, κυρίως με τη μεταφορική έννοια του ανθρώπου που έχει καλή υγεία, ζωντάνια και ακμή.
Συναντάται συχνά και για φυτά, με τη σημασία που έχει πλούσια βλάστηση, που είναι καταπράσινος και ακμαίος.
Ενδεικτικά:
- «Ένας ευθαλής νέος» → ένας δυνατός, γεμάτος ζωντάνια νέος
- «Ευθαλής βλάστηση» → πλούσια, υγιής φυτική ανάπτυξη
Ετυμολογία:
- Προέρχεται από το «ευ-» (καλά) + «θάλλω» (ανθίζω, ακμάζω), δηλαδή κυριολεκτικά σημαίνει «αυτός που ανθίζει καλά».