Η λέξη «σκάλα» έχει μακρά ιστορία και προέρχεται από τη λατινική λέξη scala, που σημαίνει «κλίμακα», «σκαλοπάτι» ή «μέσο ανόδου». Η λατινική λέξη συνδέεται με το ρήμα scandere, δηλαδή «ανεβαίνω».
Στα ελληνικά, η λέξη πέρασε ήδη από τα βυζαντινά χρόνια και καθιερώθηκε τόσο με τη σημασία της κατασκευής με σκαλοπάτια όσο και μεταφορικά, όπως στις εκφράσεις «κλίμακα αξιών» ή «μουσική κλίμακα».
Η καθαρά ελληνική εκδοχή της λέξης θεωρείται το «κλίμαξ» στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Από εκεί προέρχεται και η σημερινή λέξη «κλίμακα». Στην αρχαιότητα, η «κλίμαξ» σήμαινε τη σκάλα, αλλά και κάθε μέσο ανάβασης.
Ενδιαφέρον είναι ότι από την ίδια ρίζα έχουν προκύψει λέξεις όπως:
- «κλιμακοστάσιο»
- «κλιμάκωση»
- «κλίμακα»
Ενώ η λέξη «σκάλα» επικράτησε στη νεοελληνική καθημερινή χρήση, οι πιο επίσημες ή τεχνικές μορφές διατήρησαν την ελληνική ρίζα «κλιμακ-».