Στο 7,9% υποχώρησε η ανεργία στην Ελλάδα το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ωστόσο τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν σημαντικές αδυναμίες στην αγορά εργασίας. Οι νέοι και οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην εύρεση εργασίας, ενώ μεγάλες είναι και οι διαφοροποιήσεις από Περιφέρεια σε Περιφέρεια.
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερα ανησυχητικά παραμένουν τα στοιχεία για τη μακροχρόνια ανεργία, καθώς περισσότεροι από τους μισούς ανέργους αναζητούν εργασία για τουλάχιστον έναν χρόνο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 7,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 10,6% το πρώτο τρίμηνο και 8,6% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Ο αριθμός των ανέργων ανήλθε σε 379.670 άτομα, καταγράφοντας μείωση κατά 25,3% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 7,8% σε ετήσια βάση.
Παράλληλα, οι απασχολούμενοι έφτασαν τους 4.414.364, σημειώνοντας αύξηση 3,3% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2026 και 0,6% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Ωστόσο, πίσω από τη συνολική βελτίωση των αριθμών εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ανισότητες.
Πού βρίσκεται η ανεργία στα ύψη
Μεγάλες αποκλίσεις καταγράφονται μεταξύ των ελληνικών Περιφερειών.
Τα Ιόνια Νησιά εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στη χώρα, με 13,4%, ενώ ακολουθούν η Δυτική Μακεδονία με 12,7% και η Δυτική Ελλάδα με 12,4%.
Υψηλά επίπεδα καταγράφονται επίσης στην Ήπειρο με 10,6% και στην Κεντρική Μακεδονία με 9,4%.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας εμφανίζονται στην Κρήτη με μόλις 4,5%, στο Βόρειο Αιγαίο με 5,4% και στην Αττική με 6,6%.
Τα στοιχεία δείχνουν έτσι ότι η βελτίωση της αγοράς εργασίας δεν έχει την ίδια ένταση σε όλες τις περιοχές της χώρας.
Νέοι και γυναίκες αντιμέτωποι με υψηλότερη ανεργία
Ιδιαίτερα δύσκολη εξακολουθεί να είναι η κατάσταση για τους νέους εργαζομένους.
Στην ηλικιακή ομάδα 15-19 ετών η ανεργία φτάνει το 25,5%, ενώ στους νέους ηλικίας 20-24 ετών ανέρχεται στο 17,4%.
Στις ηλικίες 25-29 ετών το ποσοστό διαμορφώνεται στο 13%, παραμένοντας αισθητά υψηλότερο από τον συνολικό δείκτη ανεργίας.
Παράλληλα, σημαντική παραμένει και η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η ανεργία στις γυναίκες διαμορφώνεται στο 10,6%, έναντι μόλις 5,7% στους άνδρες.
Πάνω από 200.000 άνεργοι αναζητούν δουλειά για τουλάχιστον έναν χρόνο
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας εξακολουθεί να είναι η μακροχρόνια ανεργία.
Από τους περίπου 379.700 ανέργους, οι 201.400, δηλαδή το 53,1%, αναζητούν εργασία για χρονικό διάστημα ενός έτους ή περισσότερο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι 92.600 άνεργοι, ποσοστό 24,4% του συνόλου, παραμένουν χωρίς εργασία για τέσσερα χρόνια ή περισσότερο.
Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν τη δυσκολία επανένταξης σημαντικού αριθμού ανέργων στην αγορά εργασίας, ακόμη και σε μια περίοδο κατά την οποία ο συνολικός δείκτης ανεργίας παρουσιάζει αισθητή υποχώρηση.
Περιορισμένη η κάλυψη των ανέργων από επιδόματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία σχετικά με την εγγραφή στη ΔΥΠΑ και τη λήψη επιδόματος ή βοηθήματος.
Μόλις 12,1% των ανέργων δηλώνει ότι είναι εγγεγραμμένο στη ΔΥΠΑ και λαμβάνει κάποια αντίστοιχη παροχή.
Την ίδια ώρα, 61,7% είναι εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ χωρίς να λαμβάνουν επίδομα ή βοήθημα, ενώ 25,1% των ανέργων δηλώνει ότι δεν είναι εγγεγραμμένο στη ΔΥΠΑ.
Αυξάνεται η προσωρινή εργασία
Παράλληλα με την υποχώρηση της ανεργίας, τα στοιχεία αποτυπώνουν σημαντικές αλλαγές και στη μορφή της απασχόλησης.
Οι προσωρινά εργαζόμενοι ανήλθαν σε 358.900 το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος κατά 59,4% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του έτους και κατά 3,2% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Η προσωρινή απασχόληση αντιστοιχεί πλέον στο 11,2% των μισθωτών.
Την ίδια περίοδο, οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ανήλθαν σε 226.900, αντιπροσωπεύοντας το 5,1% του συνόλου των απασχολουμένων.
Πάνω από 17% εργάστηκε τουλάχιστον 48 ώρες την εβδομάδα
Πιέσεις καταγράφονται και στον χρόνο εργασίας. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 17,4% των εργαζομένων δήλωσε ότι εργάστηκε 48 ώρες ή περισσότερες κατά την εβδομάδα αναφοράς.
Την ίδια στιγμή, 5,7% των εργαζομένων θα επιθυμούσε να εργάζεται περισσότερες ώρες.
Οι υποαπασχολούμενοι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, οι οποίοι επιθυμούν περισσότερη εργασία και είναι διαθέσιμοι να την αναλάβουν μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, αντιστοιχούν στο 1,8% των απασχολουμένων.
Μειώνεται η απασχόληση σε γεωργία και αλιεία
Αρνητικές μεταβολές καταγράφονται και σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων.
Οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μειώθηκαν κατά 4,2% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025, ενώ οι ειδικευμένοι γεωργοί, κτηνοτρόφοι, δασοκόμοι και αλιείς μειώθηκαν κατά 6,1%.
Στον αντίποδα, αύξηση 8,2% σε ετήσια βάση καταγράφηκε στους ανειδίκευτους εργάτες, χειρώνακτες και μικροεπαγγελματίες.
Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει, μάλιστα, ευρύτερη πτωτική τάση της απασχόλησης στη γεωργία, τη δασοκομία, την κτηνοτροφία και την αλιεία από το 2014, με την τάση αυτή να γίνεται εντονότερη από το 2024 και μετά.
Η εικόνα της αγοράς εργασίας
Τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του 2026 δημιουργούν μια μικτή εικόνα.
Από τη μία πλευρά, η συνολική ανεργία μειώνεται σημαντικά και ο αριθμός των απασχολουμένων αυξάνεται. Από την άλλη, νέοι, γυναίκες και μακροχρόνια άνεργοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες, ενώ η προσωρινή εργασία ενισχύεται και οι περιφερειακές ανισότητες παραμένουν έντονες.
Έτσι, η υποχώρηση της ανεργίας αποτελεί θετική εξέλιξη, όμως τα επιμέρους στοιχεία δείχνουν ότι η βελτίωση της αγοράς εργασίας δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ισότιμες ευκαιρίες για όλους τους εργαζομένους και ανέργους.