Η λέξη «αβαντάζ» έχει δανειστεί από τη γαλλική λέξη avantage και χρησιμοποιείται ευρέως στην ελληνική γλώσσα με την έννοια πλεονέκτημα, υπεροχή ή ευνοϊκή θέση σε σχέση με κάτι ή κάποιον.
Συγκεκριμένα:
Στον αθλητισμό, το «αβαντάζ» μπορεί να αναφέρεται σε πλεονέκτημα που έχει μια ομάδα ή ένας παίκτης, π.χ. «Η ομάδα είχε αβαντάζ δύο τερμάτων».
Στην καθημερινή χρήση, μπορεί να σημαίνει οποιοδήποτε πλεονέκτημα ή ευνοϊκή συνθήκη, π.χ. «Το να μιλάς ξένες γλώσσες σου δίνει αβαντάζ στην αγορά εργασίας».
Στα επιχειρηματικά ή στρατηγικά πλαίσια, υποδηλώνει συνήθως μια ισχυρή θέση ή ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Σημείωση: Στα ελληνικά, πολλές φορές η λέξη χρησιμοποιείται σχεδόν ακριβώς όπως στα γαλλικά ή αγγλικά, χωρίς να αλλάζει η σημασία της.