Η λέξη «ντεφιλέ» προέρχεται από τα γαλλικά, από τη λέξη «défilé», που σημαίνει κυριολεκτικά «παρέλαση» ή «παρέλαση επίδειξης». Η ρίζα της προέρχεται από το ρήμα «défiler», που σημαίνει «παρελαύνω», «διασχίζω σε σειρά».
Στην ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιείται κυρίως για δύο περιπτώσεις:
- Μόδα και καλλιτεχνία: Όταν μιλάμε για παρουσίαση ρούχων ή μοντέλων σε πασαρέλα, π.χ. «Το ντεφιλέ της νέας συλλογής έγινε στην Εβδομάδα Μόδας».
- Γενικά για οποιαδήποτε επίδειξη ή παρέλαση: Μπορεί να αναφέρεται και σε παράταξη ή επίδειξη προσώπων/πραγμάτων, π.χ. «Έγινε ένα ντεφιλέ των νέων αυτοκινήτων».
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.