Για κάποιον που αναζητά εργασία, η διαδικασία είναι γνώριμη: εντοπίζει μια ενδιαφέρουσα αγγελία, προσαρμόζει το βιογραφικό του, γράφει συνοδευτική επιστολή και κάνει αίτηση, περιμένοντας τουλάχιστον μια απάντηση. Τι γίνεται όμως όταν η θέση που βλέπει στην οθόνη δεν πρόκειται ποτέ να καλυφθεί;
Αυτό ακριβώς περιγράφει ο όρος «ghost jobs», δηλαδή οι αγγελίες για θέσεις εργασίας που είτε έχουν ήδη καλυφθεί είτε, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν υπήρξαν ποτέ ως πραγματικές διαθέσιμες θέσεις.
Έως και μία στις τρεις αγγελίες μπορεί να μην οδηγεί σε πρόσληψη
Έρευνα της Greenhouse σε ΗΠΑ, Βρετανία και Γερμανία έδειξε ότι έως και 22% των αγγελιών εργασίας που δημοσιεύτηκαν online το 2024 ανήκαν στην κατηγορία των ghost jobs, καθώς οι εργοδότες δεν είχαν πρόθεση να προχωρήσουν σε πρόσληψη.
Άλλη έρευνα στη Βρετανία κατέγραψε ακόμη υψηλότερο ποσοστό, που έφτασε το 34%.
Ενώ καταγράφονται εκατομμύρια διαθέσιμες θέσεις, ο αριθμός των πραγματικών προσλήψεων μπορεί να είναι αισθητά χαμηλότερος. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι υποψήφιοι δεν γνωρίζουν πλέον εύκολα ποιες αγγελίες αντιστοιχούν σε πραγματικές ανάγκες μιας επιχείρησης και ποιες παραμένουν online για άλλους λόγους.
Γιατί δημοσιεύουν οι εταιρείες θέσεις που δεν σκοπεύουν να καλύψουν;
Ορισμένες εταιρείες χρησιμοποιούν τις αγγελίες για να δημιουργήσουν μια «δεξαμενή ταλέντων», συγκεντρώνοντας βιογραφικά ανθρώπων που μπορεί να χρειαστούν στο μέλλον.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες οι αγγελίες χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθεί μια εικόνα ανάπτυξης και διεύρυνσης της εταιρείας, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν αντίστοιχες προσλήψεις.
Όποια κι αν είναι η αιτία, το αποτέλεσμα για τον άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της οθόνης είναι παρόμοιο: χρόνος, προσπάθεια και προσδοκίες επενδύονται σε μια διαδικασία που μπορεί να μην είχε ποτέ πραγματικό προορισμό.
«Μαύρη τρύπα» για τους υποψηφίους
Υποψήφιοι περιγράφουν ότι στέλνουν δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες αιτήσεις χωρίς να λαμβάνουν ουσιαστική απάντηση. Ακόμη χειρότερα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ίδιες αγγελίες εμφανίζονται ξανά και ξανά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η θέση παραμένει διαθέσιμη.
Η σύμβουλος καριέρας και ειδικός στις προσλήψεις Τζάσμιν Εσκαλέρα χαρακτηρίζει την κατάσταση «μαύρη τρύπα». Υποψήφιοι που απευθύνονται σε εκείνη βλέπουν την ίδια θέση να αναδημοσιεύεται και αναρωτιούνται αν πρέπει να υποβάλουν εκ νέου αίτηση.
Για πολλούς, η συνεχής απόρριψη ή η απόλυτη απουσία απάντησης δεν επηρεάζει μόνο την αναζήτηση εργασίας. Μπορεί να επηρεάσει την αυτοπεποίθηση και την ψυχολογία τους.
Οι πρώτες προσπάθειες για απαγόρευση
Στις ΗΠΑ εξετάζονται προτάσεις για τον περιορισμό ή την απαγόρευση των παραπλανητικών αγγελιών, ενώ πολιτείες όπως το Νιου Τζέρσεϊ και η Καλιφόρνια έχουν επίσης εξετάσει σχετικές πρωτοβουλίες. Στον Καναδά, το Οντάριο έχει προχωρήσει περισσότερο, θεσπίζοντας κανόνες που απαιτούν από τις επιχειρήσεις να διευκρινίζουν εάν μια θέση που διαφημίζεται καλύπτεται ενεργά.
Παράλληλα, επιχειρήσεις με περισσότερους από 25 εργαζομένους υποχρεούνται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να ενημερώνουν υποψηφίους που έχουν περάσει από συνέντευξη εντός 45 ημερών. Το ζητούμενο είναι να περιοριστεί όχι μόνο η δημοσίευση ανύπαρκτων θέσεων, αλλά και η πρακτική της πλήρους εξαφάνισης των εργοδοτών μετά τη συνέντευξη.
Δεν εξαπατώνται μόνο οι υποψήφιοι – παραμορφώνεται και η εικόνα της αγοράς
Το πρόβλημα των ghost jobs δεν περιορίζεται στην ταλαιπωρία όσων αναζητούν εργασία.
Όταν ένας μεγάλος αριθμός ανύπαρκτων ή ανενεργών θέσεων εμφανίζεται στα επίσημα ή ιδιωτικά δεδομένα, μπορεί να δημιουργείται στρεβλή εικόνα για την πραγματική κατάσταση της αγοράς εργασίας.
Οι κυβερνήσεις, οι οικονομολόγοι και οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν στοιχεία για τις κενές θέσεις προκειμένου να αξιολογήσουν τη ζήτηση για εργαζομένους, τις ανάγκες των επιχειρήσεων και τις τάσεις απασχόλησης. Μια αγγελία που παραμένει ενεργή για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα ή επανεμφανίζεται συνεχώς μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η θέση δεν προορίζεται να καλυφθεί άμεσα – ή ακόμη και καθόλου.