Η νόσος Πάρκινσον έχει συνδεθεί στη συνείδηση των περισσότερων ανθρώπων με το τρέμουλο στα χέρια, τη δυσκαμψία και τη δυσκολία στην κίνηση. Ωστόσο, η εικόνα της νόσου είναι πιο σύνθετη και τα πρώτα συμπτώματα δεν είναι πάντα κινητικά.
Η νόσος δεν επηρεάζει αποκλειστικά τα εγκεφαλικά κυκλώματα που ελέγχουν την κίνηση. Μπορεί να σχετίζεται και με νευρικά δίκτυα που συμμετέχουν στην όσφρηση, τη λειτουργία του πεπτικού συστήματος, τον ύπνο και τη ρύθμιση της διάθεσης.
Για τον λόγο αυτό, ορισμένα μη κινητικά συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν αρκετά χρόνια πριν από το χαρακτηριστικό τρέμουλο ή τη βραδυκινησία. Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος εμφανίζει ένα από αυτά τα σημάδια έχει ή πρόκειται να εμφανίσει Πάρκινσον.
Πάρκινσον και μειωμένη όσφρηση
Η σταδιακή εξασθένηση της όσφρησης αποτελεί ένα από τα πιο συχνά αναφερόμενα πρώιμα μη κινητικά χαρακτηριστικά που έχουν μελετηθεί σε σχέση με τη νόσο.
Ένα άτομο μπορεί να παρατηρήσει ότι δυσκολεύεται να αναγνωρίσει γνώριμες μυρωδιές, ότι τα αρώματα φαίνονται πιο αδύναμα ή ότι το φαγητό δεν έχει την ίδια γεύση όπως παλαιότερα.
Η αλλαγή μπορεί να εξελίσσεται τόσο αργά ώστε να γίνει αντιληπτή μόνο εκ των υστέρων.
Ωστόσο, η μειωμένη όσφρηση είναι πολύ συχνή στον γενικό πληθυσμό και μπορεί να οφείλεται σε πολλές άλλες αιτίες, όπως λοιμώξεις του αναπνευστικού, αλλεργίες, ιγμορίτιδα, φαρμακευτική αγωγή ή άλλες παθήσεις.
Επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της διαγνωστικό κριτήριο για το Πάρκινσον. Αν όμως η αλλαγή επιμένει χωρίς προφανή αιτία, είναι χρήσιμο να αναφερθεί στον γιατρό.
Επίμονη δυσκοιλιότητα
Ένα ακόμη σύμπτωμα που έχει μελετηθεί ως πιθανό πρώιμο χαρακτηριστικό είναι η χρόνια δυσκοιλιότητα.
Η σχέση αυτή έχει οδηγήσει τους επιστήμονες σε εκτεταμένη έρευνα γύρω από τη σύνδεση μεταξύ νευρικού συστήματος και εντέρου. Σε ορισμένους ανθρώπους με νευροεκφυλιστικές παθήσεις φαίνεται ότι επηρεάζονται πρώιμα νευρικές οδοί που συμμετέχουν στη ρύθμιση της κινητικότητας του πεπτικού συστήματος.
Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, απαιτείται προσοχή.
Η δυσκοιλιότητα είναι εξαιρετικά συχνή και μπορεί να σχετίζεται με τη διατροφή, την ανεπαρκή πρόσληψη υγρών, τη μειωμένη σωματική δραστηριότητα, φάρμακα ή πολλές άλλες καταστάσεις.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όταν είναι επίμονη, ανεξήγητη και συνδυάζεται με άλλα συμπτώματα που επίσης χρήζουν αξιολόγησης.
Όταν κάποιος «ζει» τα όνειρά του
Ένα από τα μη κινητικά συμπτώματα που έχουν συγκεντρώσει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον είναι η διαταραχή συμπεριφοράς ύπνου REM.
Κατά τη φυσιολογική φάση REM του ύπνου, κατά την οποία εμφανίζονται έντονα όνειρα, το σώμα βρίσκεται σε μια κατάσταση προσωρινής μυϊκής αδράνειας. Με αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται η μετατροπή των κινήσεων του ονείρου σε πραγματικές κινήσεις.
Σε ανθρώπους με διαταραχή συμπεριφοράς ύπνου REM, αυτός ο μηχανισμός μπορεί να μην λειτουργεί πλήρως.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ο άνθρωπος να μιλά δυνατά, να φωνάζει, να κλωτσά, να κινεί έντονα τα χέρια ή ακόμη και να πέφτει από το κρεβάτι, σαν να αναπαριστά στην πραγματικότητα όσα συμβαίνουν στο όνειρό του.
Η συγκεκριμένη διαταραχή έχει ιδιαίτερη σημασία στην έρευνα, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προηγηθεί για χρόνια της εμφάνισης ορισμένων νευροεκφυλιστικών παθήσεων, μεταξύ των οποίων και το Πάρκινσον.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με διαταραχή συμπεριφοράς ύπνου REM θα εμφανίσει Πάρκινσον. Όταν τα επεισόδια επαναλαμβάνονται συστηματικά, χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση.
Αλλαγές στη διάθεση και στο κίνητρο
Η κατάθλιψη, το άγχος και η απάθεια έχουν επίσης συσχετιστεί με τη νόσο Πάρκινσον και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προηγούνται των κινητικών συμπτωμάτων.
Η πιθανή σύνδεση σχετίζεται με το γεγονός ότι η νόσος μπορεί να επηρεάζει εγκεφαλικά κυκλώματα που συμμετέχουν στη ρύθμιση των συναισθημάτων, του κινήτρου και της συμπεριφοράς.
Ωστόσο, πρόκειται για συμπτώματα που έχουν πολύ μικρή ειδικότητα. Η κατάθλιψη και το άγχος είναι ιδιαίτερα συχνές καταστάσεις και μπορεί να εμφανιστούν για δεκάδες λόγους που δεν σχετίζονται με νευροεκφυλιστική νόσο.
Επομένως, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως «τεστ» για το Πάρκινσον. Η σημασία τους αυξάνεται μόνο όταν συνυπάρχουν με άλλα επίμονα και ανεξήγητα συμπτώματα.
Το τρέμουλο δεν είναι το μοναδικό σύμπτωμα
Όταν η νόσος εμφανιστεί στην πιο χαρακτηριστική κινητική της φάση, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
-
τρόμο, συχνά στα άκρα,
-
βραδυκινησία, δηλαδή επιβράδυνση των κινήσεων,
-
μυϊκή δυσκαμψία,
-
αλλαγές στο βάδισμα και την ισορροπία.
Δεν εμφανίζουν όμως όλοι οι ασθενείς τον ίδιο συνδυασμό συμπτωμάτων ούτε την ίδια ένταση.
Μάλιστα, κάποιος μπορεί να έχει Πάρκινσον χωρίς έντονο τρέμουλο. Σε ορισμένους ανθρώπους η βραδυκινησία ή η δυσκαμψία μπορεί να είναι πολύ πιο εμφανείς.
Γιατί οι επιστήμονες μελετούν την πρόδρομη φάση
Το ενδιαφέρον για τα μη κινητικά συμπτώματα είναι μεγάλο επειδή η διάγνωση του Πάρκινσον τίθεται συνήθως όταν έχουν ήδη εμφανιστεί χαρακτηριστικές κινητικές διαταραχές.
Αν στο μέλλον οι επιστήμονες μπορέσουν να αναγνωρίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια ανθρώπους που βρίσκονται σε πολύ πρώιμο στάδιο, θα μπορούσαν να ανοίξουν νέοι δρόμοι για την έρευνα και για παρεμβάσεις που θα στοχεύουν την πορεία της νόσου νωρίτερα.
Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει ένα μεμονωμένο σύμπτωμα που να μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα την εμφάνιση της νόσου.
Η διάγνωση βασίζεται στη συνολική εικόνα, στο ιατρικό ιστορικό, στην πορεία των συμπτωμάτων και στη νευρολογική εξέταση, με τον γιατρό να αξιολογεί συνολικά τα ευρήματα.
Πότε χρειάζεται συζήτηση με γιατρό
Μια προσωρινή αλλαγή στην όσφρηση, ένα επεισόδιο δυσκοιλιότητας ή μια περίοδος άγχους δεν σημαίνουν από μόνα τους ότι υπάρχει Πάρκινσον.
Εάν, όμως, εμφανίζονται αρκετά επίμονα και ανεξήγητα συμπτώματα ταυτόχρονα, είναι σκόπιμο να συζητηθούν με γιατρό και, εφόσον κριθεί απαραίτητο, με νευρολόγο.
Το σημαντικό είναι να αποφεύγεται η αυτοδιάγνωση. Τα μη κινητικά συμπτώματα έχουν αξία στην επιστημονική έρευνα επειδή μπορεί να αποτελούν κομμάτια ενός μεγαλύτερου παζλ, όμως από μόνα τους δεν αρκούν για τη διάγνωση.
Η ουσία είναι ότι η νόσος Πάρκινσον μπορεί να συνδέεται με αλλαγές που εμφανίζονται πριν από το τρέμουλο, όμως η πραγματική τους σημασία προκύπτει μόνο όταν αξιολογούνται συνολικά και από εξειδικευμένο επαγγελματία υγείας.