Με τις μαρτυρίες ανθρώπων που έχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα και επιζώντων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις φλόγες και τον καπνό συνεχίστηκε σήμερα, Τρίτη 27 Οκτωβρίου η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, το οποίο στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους και άφησε πίσω του δεκάδες τραυματίες.
Στο δικαστήριο αναβίωσαν οι δραματικές στιγμές της σύγκρουσης, η αγωνιώδης προσπάθεια διαφυγής από τα βαγόνια και οι δύσκολες ώρες που ακολούθησαν στα νοσοκομεία. Παράλληλα, σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε η αποδοχή αιτήματος για την κατάθεση εγγράφων που αφορούν την επικοινωνία της ελληνικής Πολιτείας με ευρωπαϊκούς θεσμούς για την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου.
Συγγενείς θυμάτων: «Δεν ξέρουμε τι πήραμε από τους ανθρώπους μας»
Πρώτη κατέθεσε η Μαρίνα Ντος Σάντος, η οποία έχασε τη μητέρα και τη θεία της στο δυστύχημα. Περιγράφοντας τις στιγμές κατά τις οποίες πληροφορήθηκε την τραγωδία, αναφέρθηκε και στην κατάσταση που επικρατούσε στο νοσοκομείο, όπου οι οικογένειες αναζητούσαν απαντήσεις για την τύχη των δικών τους ανθρώπων.
«Είναι δύσκολα για μας, ούτε ξέρουμε τι πήραμε από τους ανθρώπους μας. Έχασα τη μάνα μου και τη θεία μου. Δυσκολεύτηκε η ζωή μας», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας το βάρος της απώλειας που εξακολουθούν να βιώνουν οι συγγενείς των θυμάτων.
Στη συνέχεια, κατέθεσε ο κ. Κουκαριώτης, ο οποίος έχασε τις δύο αδελφές του και εκείνη την περίοδο ζούσε στη Γερμανία. Στην περιγραφή του στάθηκε στο χάος που επικρατούσε στο νοσοκομείο, αλλά και στην αγωνία που βίωσε η οικογένειά του μέχρι να ολοκληρωθεί η ταυτοποίηση των σορών, μια διαδικασία που διήρκεσε τέσσερις ημέρες.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν διακατέχεται από αισθήματα εκδίκησης, ζητώντας, ωστόσο, να αποδοθεί δικαιοσύνη.
«Δεν διακατέχομαι από εκδικητικά ένστικτα και κακίες, όμως να τιμωρηθούν όπως πρέπει σύμφωνα με τον νόμο», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί από μόνη της να δικαιώσει τους ανθρώπους που χάθηκαν.
Όπως υπογράμμισε, ουσιαστική δικαίωση θα αποτελέσει και η αποκατάσταση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, ώστε να μην κινδυνεύσουν άλλες ανθρώπινες ζωές. Παράλληλα, κάλεσε τους πολιτικούς να ανταποκριθούν στις ευθύνες τους.
Οι επιζώσες του βαγονιού Β2 περιέγραψαν τον εφιάλτη της σύγκρουσης
Ιδιαίτερα φορτισμένες ήταν οι καταθέσεις των γυναικών που επέβαιναν στο βαγόνι Β2 και βίωσαν από κοντά τη σύγκρουση των δύο τρένων.
Η Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα περιέγραψε τη στιγμή της πρόσκρουσης, όταν, όπως είπε, ένας δυνατός κρότος ακολουθήθηκε από την παραμόρφωση του βαγονιού.
«Ακούσαμε ένα μπαμ και το τρένο άρχισε να γίνεται μια μάζα. Νόμιζα ότι το βαγόνι μας βγήκε από τη θέση του», ανέφερε.
Η ίδια τραυματίστηκε στο πρόσωπο και στο αυτί από θραύσματα. Όπως κατέθεσε, η διαφυγή της έγινε μέσα από ένα άνοιγμα, με τους επιζώντες να αναγκάζονται να κινηθούν πάνω σε λαμαρίνες για να απομακρυνθούν από το σημείο.
«Συρθήκαμε και βγήκαμε από μια τρύπα, περπατήσαμε πάνω σε λαμαρίνες και κάποια άτομα μας φώναζαν να πάμε προς το μέρος τους, γιατί από την άλλη πλευρά υπήρχε φωτιά», περιέγραψε.
Στη συνέχεια, μίλησε για τους ανθρώπους που είχαν εκτοξευτεί από τη σύγκρουση και για την αδυναμία της να τους βοηθήσει, ενώ εμφανώς συγκινημένη αναφέρθηκε στις κραυγές όσων είχαν εγκλωβιστεί ή τραυματιστεί.
«Άκουσα άτομα έξω από το τρένο να φωνάζουν “βοήθεια, καίγομαι”», είπε, μεταφέροντας στο δικαστήριο τις εικόνες και τους ήχους που έχουν χαραχτεί στη μνήμη της.
«Ήταν σαν να είμαι σε ένα μόνιμο πλυντήριο»
Τις στιγμές της σύγκρουσης περιέγραψε και η Ανθή Βάσσου, η οποία βρισκόταν στο ίδιο κουπέ με τη φίλη της, Τριανταφυλλιά Κουτσιάλα.
Όπως κατέθεσε, έχασε αρχικά τις αισθήσεις της και θυμάται ότι εκτοξεύτηκε από τη θέση της κατά τη διάρκεια της πρόσκρουσης.
«Θυμάμαι να εκτοξεύομαι, ήταν σαν να είμαι σε ένα μόνιμο πλυντήριο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όταν συνήλθε, αντίκρισε ελάχιστο φως από τη φωτιά και άκουγε φωνές από ανθρώπους που βρίσκονταν κοντά της. Η έξοδος από το παράθυρο δεν ήταν δυνατή, καθώς στο σημείο από κάτω υπήρχαν φλόγες.
Στις καταθέσεις των επιζώντων περιγράφηκαν ακόμη η αποπνικτική ατμόσφαιρα, η έντονη μυρωδιά, ο καπνός και η φωτιά που είχαν εξαπλωθεί στην περιοχή. Οι μαρτυρίες περιέλαβαν και όσα ακολούθησαν μετά τη διαφυγή τους, μέχρι τη μεταφορά και τη νοσηλεία τους στο νοσοκομείο.
Στο δικαστήριο η αλληλογραφία Ελλάδας – ευρωπαϊκών θεσμών για τους σιδηροδρόμους
Πέρα από τις μαρτυρίες, σημαντική εξέλιξη στη δικαστική διαδικασία αποτέλεσε η απόφαση να γίνει δεκτό, έπειτα από θετική εισαγγελική πρόταση, το αίτημα του δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος εκπροσωπεί οικογένεια θύματος.
Το αίτημα αφορά την προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων και άλλων αρμόδιων ευρωπαϊκών φορέων με την ελληνική Πολιτεία, σχετικά με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.
Η χρονική περίοδος που καλύπτει το αίτημα εκτείνεται από το 2016 έως το 2026. Σύμφωνα με την απόφαση, τα σχετικά έγγραφα θα πρέπει να κατατεθούν στο δικαστήριο μέσα σε έναν μήνα.
Η προσκόμιση της αλληλογραφίας αναμένεται να ενταχθεί στο αποδεικτικό υλικό που εξετάζεται κατά τη διάρκεια της δίκης, στο πλαίσιο της διερεύνησης των ζητημάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου.
Εκκρεμεί η απόφαση για την κλήτευση γενικών γραμματέων
Αντίθετα, το δικαστήριο δεν έλαβε ακόμη οριστική απόφαση για το αίτημα κλήτευσης γενικών γραμματέων του υπουργείου Μεταφορών και Υποδομών, προκειμένου να καταθέσουν ως μάρτυρες.
Η σχετική κρίση αναμένεται σε επόμενη συνεδρίαση, καθώς το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του αιτήματος.
Κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου, στο εδώλιο βρέθηκαν επίσης οι δύο κατηγορούμενοι Σπύρος Πατέρας και Παύλος Κουζής.
Η δίκη συνεχίζεται με τις καταθέσεις μαρτύρων και την εξέταση στοιχείων που αφορούν την υπόθεση, ενώ οι μαρτυρίες των επιζώντων και των συγγενών εξακολουθούν να φέρνουν στο προσκήνιο τις ανθρώπινες απώλειες και τις συνέπειες της τραγωδίας των Τεμπών.