Μια μακρά και σταθερή πορεία μείωσης των γεννήσεων καταγράφεται στην Ελλάδα, με τις δημογραφικές εξελίξεις να διαμορφώνουν ένα ολοένα πιο πιεστικό τοπίο για το μέλλον του πληθυσμού. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η υποχώρηση της γεννητικότητας δεν αποτελεί πρόσφατη εξέλιξη, αλλά αποτέλεσμα αλλαγών που ξεκίνησαν πολλές δεκαετίες πριν και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με έρευνα του ομότιμου καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρκή συρρίκνωση των γεννήσεων, η οποία αναμένεται να συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες.
Από τις 150.000 γεννήσεις στις μόλις 65.000 το 2026
Η μεταβολή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην ιστορική εξέλιξη των γεννήσεων. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο και μέχρι περίπου το 1980, η Ελλάδα κατέγραφε κατά μέσο όρο 150.000 γεννήσεις ετησίως.
Στη συνέχεια, η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Τη δεκαετία του 1990, οι γεννήσεις είχαν περιοριστεί περίπου στις 100.000 τον χρόνο, ενώ η πρόσκαιρη βελτίωση που σημειώθηκε κατά τη δεκαετία του 2000 δεν στάθηκε αρκετή για να ανατρέψει τη μακροχρόνια πτωτική τάση.
Για το 2026, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 65.000 γεννήσεις, αριθμός που αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής πρόκλησης.
Ενδεικτική είναι και η σύγκριση με παλαιότερες περιόδους. Την περίοδο 1932-1940, όταν ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν σημαντικά μικρότερος, καταγράφονταν κατά μέσο όρο 118.500 γεννήσεις ετησίως. Αντίθετα, μεταξύ 1955 και 1964, ο ετήσιος αριθμός είχε φτάσει περίπου τις 154.000.
Μείωση 25% στις γεννήσεις μέσα στη δεκαετία 2021-2030
Οι προβολές για την τρέχουσα δεκαετία δείχνουν ότι η πτωτική πορεία θα συνεχιστεί. Ειδικότερα, για την περίοδο 2021-2030 εκτιμάται ότι οι συνολικές γεννήσεις δεν θα ξεπεράσουν τις 700.000.
Το μέγεθος αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από τις 920.000 γεννήσεις που καταγράφηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετία, από το 2011 έως το 2020. Η διαφορά αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 25%.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Βύρων Κοτζαμάνης, η εξέλιξη συνδέεται με τη σταδιακή μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενεές, μια διαδικασία που έχει τις ρίζες της ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η υπογεννητικότητα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα
Η περιορισμένη τεκνοποίηση αποτελεί φαινόμενο που παρατηρείται στις περισσότερες ανεπτυγμένες κοινωνίες και δεν περιορίζεται στα ελληνικά σύνορα. Οι αλλαγές στη γονιμότητα έχουν καταγραφεί εδώ και πολλές δεκαετίες στη Δυτική και τη Βόρεια Ευρώπη, αν και η χρονική έναρξη και η έντασή τους διαφέρουν από χώρα σε χώρα.
Ο κ. Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η μείωση της γονιμότητας είχε ξεκινήσει νωρίτερα, ενώ ακολούθησε μια προσωρινή αντιστροφή της τάσης στις γυναίκες που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, περίοδος που συνδέθηκε με το γνωστό baby boom.
Οι μεταγενέστερες γενεές, ωστόσο, υιοθέτησαν διαφορετικά πρότυπα οικογενειακής και αναπαραγωγικής συμπεριφοράς. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύτηκαν από μεταβολές στον θεσμό του γάμου, στη μητρότητα, στη σεξουαλικότητα, στην ανατροφή των παιδιών και στον τρόπο με τον οποίο τα ζευγάρια οργανώνουν την προσωπική και επαγγελματική τους ζωή.
Γιατί η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη δημογραφική πίεση
Παρά το γεγονός ότι η υπογεννητικότητα αποτελεί ευρωπαϊκό φαινόμενο, η Ελλάδα εμφανίζει ορισμένες ιδιαιτερότητες που επιβαρύνουν τη δημογραφική της εικόνα.
Σύμφωνα με την ανάλυση του καθηγητή, η μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες στη χώρα μας ξεκίνησε αργότερα σε σχέση με αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, αλλά συνεχίζεται χωρίς ουσιαστική αναστροφή.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1930 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου 2,3 παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν το 1985 ο αντίστοιχος αριθμός είναι μικρότερος από 1,5 παιδιά.
Παράλληλα, ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν οι νεότερες γενεές απέχει όλο και περισσότερο τόσο από τον αριθμό που δηλώνουν ότι επιθυμούν όσο και από το επίπεδο που απαιτείται για την πληθυσμιακή αναπλήρωση, το οποίο υπολογίζεται σε 2,07 παιδιά ανά γυναίκα.
Ο καθηγητής επισημαίνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναπτυχθεί εδώ και δεκαετίες πολιτικές που στηρίζουν περισσότερο την οικογένεια και την ανατροφή των παιδιών. Σε αυτές περιλαμβάνονται η αντιμετώπιση των ανισοτήτων μεταξύ των φύλων, η διευκόλυνση του συνδυασμού εργασίας και οικογενειακής ζωής και η λειτουργία ενός ευρύτερου συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.
Οι παράγοντες αυτοί συνδέονται με διαφορετικές δημογραφικές εξελίξεις, καθώς σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες οι μεταπολεμικές γενεές απέκτησαν κατά μέσο όρο 1,8 έως 2 παιδιά, αριθμό υψηλότερο από εκείνον που καταγράφεται στην Ελλάδα.
Λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια γεννήσεις την περίοδο 2027-2046
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόβλεψη για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΔΕΜ, κατά την περίοδο 2027-2046 οι γεννήσεις στην Ελλάδα αναμένεται να είναι λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο.
Για την προηγούμενη εικοσαετία, από το 2007 έως το 2026, οι γεννήσεις υπολογίζονται σε περίπου 1,8 εκατομμύρια. Η σύγκριση δείχνει το μέγεθος της αναμενόμενης υποχώρησης.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι ο ρυθμός μείωσης των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών θα επιβραδυνθεί τα επόμενα χρόνια. Αναμένεται επίσης να περιοριστεί ο ρυθμός αύξησης της μέσης ηλικίας στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά, καθώς και η μείωση της γονιμότητας των νεότερων γενεών.
Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές δεν θεωρείται ότι αρκούν για να ανακόψουν ουσιαστικά την πτώση των γεννήσεων.
Το αποτύπωμα των γενεών που γεννήθηκαν μετά το 2009
Ακόμη πιο δύσκολη ενδέχεται να είναι η επόμενη εικοσαετία, καθώς στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας θα εισέλθουν οι γενεές που γεννήθηκαν μεταξύ 2009 και 2026.
Πρόκειται για ηλικιακές ομάδες με αισθητά μικρότερο πληθυσμιακό μέγεθος, καθώς μέσα σε αυτή την περίοδο ο αριθμός των γεννήσεων στην Ελλάδα έχει ήδη μειωθεί κατά 45%.
Όπως προειδοποιεί ο Βύρων Κοτζαμάνης, η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει τις μελλοντικές γεννήσεις, ακόμη και αν υπάρξει κάποια επιβράδυνση των σημερινών αρνητικών τάσεων.
Η δημογραφική εικόνα της χώρας, επομένως, δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των παιδιών που επιλέγουν να αποκτήσουν τα σημερινά ζευγάρια, αλλά και από το γεγονός ότι οι γενεές που εισέρχονται σταδιακά στις ηλικίες τεκνοποίησης είναι πλέον πολύ μικρότερες από εκείνες του παρελθόντος.