Νέες διακομματικές πιέσεις για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα δέχθηκε η βρετανική κυβέρνηση στη Βουλή των Λόρδων, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει τη στάση της. Η υφυπουργός Πολιτισμού, βαρόνη Τουάικρος, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει πρόθεση τροποποίησης του νόμου του 1963, ο οποίος δεν επιτρέπει στο Βρετανικό Μουσείο να επιστρέψει οριστικά αντικείμενα των συλλογών του.
Αντίθετα, το Λονδίνο εξακολουθεί να παραπέμπει στις συνομιλίες μεταξύ του Βρετανικού Μουσείου και της ελληνικής πλευράς, με στόχο μια πιθανή συμφωνία δανεισμού, στα πρότυπα της Ταπισερί της Μπαγιέ. Η συγκεκριμένη προσέγγιση, ωστόσο, προσκρούει στη διαφωνία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Γλυπτών.
Το ζήτημα επανέφερε την Τρίτη (3/11) ο ανεξάρτητος κόμης του Κλάνκαρτι, ο οποίος ζήτησε από την κυβέρνηση να διευκρινίσει εάν έχει εξετάσει προτάσεις για τη μόνιμη επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα.
Η απάντηση της Τουάικρος ήταν αρνητική, καθώς, όπως ανέφερε, δεν έχει πραγματοποιηθεί σχετική αξιολόγηση, ενώ η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου δεν περιλαμβάνεται στον κυβερνητικό σχεδιασμό.
«Η κυβέρνηση δεν έχει σχέδια να αλλάξει τον νόμο ή να εισαγάγει νομοθεσία που θα επέτρεπε τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο νόμος του 1963 και το σχέδιο δανεισμού των Γλυπτών
Το βασικό νομικό εμπόδιο για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών είναι ο νόμος περί Βρετανικού Μουσείου του 1963, ο οποίος απαγορεύει στο ίδρυμα να απομακρύνει μόνιμα αντικείμενα από τις συλλογές του, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται διπλά αντικείμενα ή έργα που κρίνονται ακατάλληλα για διατήρηση, ενώ ειδικές νομοθετικές προβλέψεις αφορούν και την επιστροφή ορισμένων αντικειμένων που λεηλατήθηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο, καθώς και ανθρώπινων λειψάνων ηλικίας μικρότερης των 1.000 ετών.
Η υφυπουργός υπογράμμισε ότι το Βρετανικό Μουσείο λειτουργεί ανεξάρτητα από την κυβέρνηση, ωστόσο οφείλει να τηρεί τους περιορισμούς που απορρέουν από την ισχύουσα νομοθεσία.
Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, συνεχίζει τις επαφές για μια πιθανή συμφωνία μακροχρόνιου δανεισμού με την Ελλάδα. Το σχέδιο προβλέπει την προσωρινή επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα, με αντάλλαγμα την περιοδική παρουσίαση σημαντικών ελληνικών αρχαιοτήτων στη Βρετανία.
Ωστόσο, το ζήτημα της κυριότητας παραμένει το μεγαλύτερο αγκάθι στις διαπραγματεύσεις. Το Βρετανικό Μουσείο φέρεται να θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση την αναγνώριση της ιδιοκτησίας του επί των Γλυπτών, καθώς και τη δέσμευση της ελληνικής πλευράς ότι θα τα επιστρέψει μετά τη λήξη του δανεισμού. Η Αθήνα δεν αποδέχεται αυτούς τους όρους, καθώς η πάγια θέση της είναι η οριστική επανένωση των Γλυπτών.
Η Ταπισερί της Μπαγιέ και οι αιχμηρές συγκρίσεις στη Βουλή των Λόρδων
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε η αναφορά στην Ταπισερί της Μπαγιέ, το ιστορικό γαλλικό έργο που πρόκειται να παραχωρηθεί προσωρινά στη Βρετανία και το οποίο έχει παρουσιαστεί ως πιθανό πρότυπο για μια αντίστοιχη συμφωνία με την Ελλάδα.
Ο Φιλελεύθερος Δημοκράτης λόρδος Άντινγκτον έθεσε το ενδεχόμενο να διατεθεί κοινοβουλευτικός χρόνος για την αλλαγή της νομοθεσίας, εφόσον επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών.
Η Τουάικρος απάντησε ότι δεν υπάρχει ακόμη κάποια συμφωνία, επισημαίνοντας ότι το Βρετανικό Μουσείο «εργάζεται πολύ εντατικά προκειμένου να βρει μια διευθέτηση εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου».
Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι ο διευθυντής του Μουσείου έχει αναφερθεί στον δανεισμό της Ταπισερί της Μπαγιέ ως πιθανό μοντέλο, ενώ η κυβέρνηση θα υποστήριζε μια συμφωνία που θα γινόταν αποδεκτή τόσο από τους Έλληνες υπουργούς όσο και από τον ελληνικό λαό.
Ωστόσο, όταν ο ανεξάρτητος λόρδος Ρίκετς ζήτησε να διαβεβαιωθεί ότι η Ταπισερί θα επιστραφεί στη Γαλλία μετά την ολοκλήρωση του δανεισμού, η απάντηση της υφυπουργού ήταν ιδιαίτερα κατηγορηματική:
«Δεν υπάρχει απολύτως καμία πρόθεση, και θα έπρεπε να περάσουν πάνω από το πτώμα μου, να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε την Ταπισερί της Μπαγιέ σε αυτή τη χώρα».
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση ανέδειξε την αντίφαση που επισημαίνουν όσοι υποστηρίζουν την ελληνική διεκδίκηση: στην περίπτωση του γαλλικού έργου, η επιστροφή στη χώρα προέλευσής του θεωρείται αυτονόητη, ενώ για τα Γλυπτά του Παρθενώνα η βρετανική πλευρά εξακολουθεί να συζητά μόνο την προσωρινή παραχώρησή τους.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η παρέμβαση του κόμη του Κλάνκαρτι, ο οποίος επικαλέστηκε το παράδειγμα της «Γκερνίκα» του Πικάσο, θέτοντας το ζήτημα της καλλιτεχνικής ενότητας του μνημείου.
«Εάν η “Γκερνίκα” του Πικάσο κοβόταν σε κομμάτια και εκτίθετο σε διαφορετικά μουσεία, θα ξεσηκωνόταν τεράστια κατακραυγή για την επανένωσή τους. Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο και το αριστούργημα του Φειδία;», διερωτήθηκε.
Από την πλευρά του, πρότεινε μια περιορισμένη τροποποίηση του νόμου, ώστε να δοθεί στο ίδιο το Βρετανικό Μουσείο η δυνατότητα να αποφασίσει για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών.
Ανάλογη ήταν η παρέμβαση της Εργατικής βαρόνης Τσακραμπάρτι, η οποία αμφισβήτησε ευθέως τη λογική της προσωρινής παραχώρησης, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τα βρετανικά Κοσμήματα του Στέμματος.
«Εάν κάποιος είχε αρπάξει ορισμένα από τα Κοσμήματα του Στέμματος, δεν νομίζω ότι θα ήμασταν τόσο ευχαριστημένοι με μια συμφωνία δανεισμού», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στον αντίποδα, ο Συντηρητικός υποκόμης Χέιλσαμ προειδοποίησε ότι μια ενδεχόμενη επιστροφή θα μπορούσε να δημιουργήσει «ένα εξαιρετικά ατυχές προηγούμενο», δεδομένου ότι πολλά αντικείμενα των βρετανικών μουσείων αποκτήθηκαν από άλλες χώρες, συχνά υπό αμφισβητούμενες συνθήκες.
Το Μουσείο της Ακρόπολης και οι πιέσεις για επανένωση των Γλυπτών
Υπέρ της ελληνικής θέσης τοποθετήθηκε και η βαρόνη Τζόουνς του Μούλσκομπ, μέλος των Πρασίνων και πρώην αρχαιολόγος. Η ίδια υποστήριξε ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν από τις οθωμανικές αρχές και όχι από το ελληνικό κράτος, ενώ αναφέρθηκε και στην εικόνα του Παρθενώνα σήμερα.
«Έχω επισκεφθεί τον Παρθενώνα και υπάρχουν ορισμένα εμφανώς γυμνά σημεία, όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα Γλυπτά», σημείωσε.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Φιλελεύθερη Δημοκράτισσα βαρόνη Χουσεΐν-Ετζέ υπενθύμισε ότι η Ελλάδα διεκδικεί την επιστροφή των Γλυπτών εδώ και δεκαετίες και έχει δημιουργήσει ειδικά το Μουσείο της Ακρόπολης, προκειμένου να τα φιλοξενήσει σε άμεση σύνδεση με τον αρχικό τους χώρο.
Παράλληλα, επισήμανε ότι το Βρετανικό Μουσείο διαθέτει μεγάλο αριθμό αρχαιοτήτων στις αποθήκες του, οι οποίες θα μπορούσαν να εκτεθούν στη θέση των Γλυπτών.
Η ελληνική διεκδίκηση συνδέεται με την απομάκρυνση των Γλυπτών από τον Παρθενώνα στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Τόμας Μπρους, έβδομο κόμη του Έλγιν. Ο ίδιος υποστήριζε ότι είχε εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από τις οθωμανικές αρχές, ωστόσο η Ελλάδα αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας και ζητά την επανένωση των αρχαιοτήτων στον φυσικό και ιστορικό τους χώρο.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει, άλλωστε, παρομοιάσει στο παρελθόν τον διαμελισμό των Γλυπτών με το ενδεχόμενο να κόψει κανείς τη «Μόνα Λίζα» στα δύο.
Η στάση της κυβέρνησης Μπέρναμ και το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις
Η άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να εξετάσει αλλαγή του νόμου αποκτά ιδιαίτερη πολιτική διάσταση, καθώς ο σημερινός πρωθυπουργός, Άντι Μπέρναμ, είχε στο παρελθόν ταχθεί υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών χωρίς όρους, συμμετέχοντας μάλιστα σε πρωτοβουλία για την τροποποίηση της νομοθεσίας του 1963.
Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας, ωστόσο, έχει παραπέμψει την ευθύνη για τις σχετικές αποφάσεις στο Βρετανικό Μουσείο, χωρίς να δεσμευτεί για κάποια νομοθετική παρέμβαση.
Η Τουάικρος επιχείρησε να διατηρήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεννόησης με την Αθήνα, υπογραμμίζοντας ότι οι δύο χώρες διατηρούν «μια πραγματικά ισχυρή σχέση, θεμελιωμένη σε κοινές αξίες και ιστορία».
Παρά τις διακομματικές φωνές υπέρ της επιστροφής στη Βουλή των Λόρδων, η βρετανική κυβέρνηση δεν προτίθεται να άρει το νομοθετικό εμπόδιο. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα δεν αποδέχεται μια συμφωνία που θα προϋποθέτει την αναγνώριση της βρετανικής κυριότητας.