Αλλάζουν τα δεδομένα στις ηλεκτρονικές αγορές από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης από την 1η Νοεμβρίου 2026, καθώς τίθεται σε εφαρμογή νέο τέλος διαχείρισης 2 ευρώ για τις καλυπτόμενες αποστολές. Η νέα επιβάρυνση είναι διαφορετική από τον προσωρινό δασμό των 3 ευρώ, που εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026 σε συγκεκριμένες αποστολές αξίας έως 150 ευρώ.
Οι δύο χρεώσεις υπολογίζονται με διαφορετικό τρόπο, με αποτέλεσμα το συνολικό κόστος να εξαρτάται από το πόσα διαφορετικά είδη περιλαμβάνει μια παραγγελία. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), το τέλος διαχείρισης δεν επιβάλλεται απλώς ανά φυσικό δέμα, αλλά ανά γραμμή τελωνειακής διασάφησης.
Πώς υπολογίζονται ο δασμός των 3 ευρώ και το τέλος των 2 ευρώ
Ο προσωρινός δασμός των 3 ευρώ υπολογίζεται ανά διαφορετικό είδος ή δασμολογική κατηγορία προϊόντος και όχι ανά τεμάχιο. Αντίστοιχα, το τέλος διαχείρισης των 2 ευρώ υπολογίζεται ανά γραμμή τελωνειακής διασάφησης.
Αυτό σημαίνει ότι τα προϊόντα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία δεν επιβαρύνονται απαραίτητα ξεχωριστά για κάθε τεμάχιο. Αντίθετα, όταν μια παραγγελία περιλαμβάνει διαφορετικά είδη, οι χρεώσεις αυξάνονται.
Ενδεικτικά παραδείγματα:
-
Πέντε ίδια μπλουζάκια: Αντιμετωπίζονται ως ένα είδος. Ο δασμός ανέρχεται σε 3 ευρώ και το τέλος διαχείρισης σε 2 ευρώ, δηλαδή 5 ευρώ συνολικά για τις δύο χρεώσεις.
-
Ένα μπλουζάκι και ένα ρολόι: Πρόκειται για δύο διαφορετικά είδη. Ο δασμός φτάνει τα 6 ευρώ και το τέλος διαχείρισης τα 4 ευρώ, με συνολική επιβάρυνση 10 ευρώ.
-
Δύο μπλουζάκια, τρία πουλόβερ και ένα καπέλο: Τα προϊόντα αντιστοιχούν σε τρία διαφορετικά είδη, με τις δύο χρεώσεις να φτάνουν συνολικά τα 15 ευρώ.
-
Τέσσερα διαφορετικά είδη: Οι συγκεκριμένες επιβαρύνσεις ανέρχονται συνολικά σε 20 ευρώ.
Τα παραδείγματα αφορούν αποκλειστικά τον δασμό των 3 ευρώ και το τέλος διαχείρισης των 2 ευρώ. Επομένως, δεν σημαίνει ότι κάθε δέμα θα επιβαρύνεται αυτομάτως με ένα σταθερό ποσό, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του.
Ποιος πληρώνει το νέο τέλος των 2 ευρώ
Το τέλος διαχείρισης δεν έχει σχεδιαστεί ως άμεση χρέωση του καταναλωτή. Η καταβολή του αφορά την επιχείρηση ή τον εκπρόσωπο που αναλαμβάνει την τελωνειακή διασάφηση, όπως ο πωλητής, η ηλεκτρονική πλατφόρμα ή η επιχείρηση που διαχειρίζεται την εισαγωγή.
Ωστόσο, οι επιχειρήσεις μπορούν να μετακυλίσουν το κόστος στον αγοραστή, ενσωματώνοντάς το στην τιμή του προϊόντος ή στα έξοδα αποστολής. Συνεπώς, δεν είναι δεδομένο ότι ο καταναλωτής θα κληθεί να πληρώσει ξεχωριστά τα 2 ευρώ κατά την παραλαβή της παραγγελίας.
Σε ποιες αγορές εφαρμόζεται το τέλος – Τι ισχύει πάνω από τα 150 ευρώ
Μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο επιβαρύνσεις αφορά την αξία της αγοράς.
Ο προσωρινός δασμός των 3 ευρώ εφαρμόζεται στις καλυπτόμενες ηλεκτρονικές αποστολές αξίας έως 150 ευρώ από τρίτες χώρες και, σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, θα παραμείνει σε ισχύ έως την 1η Ιουλίου 2028.
Αντίθετα, το τέλος διαχείρισης των 2 ευρώ αφορά τις απευθείας ηλεκτρονικές αγορές από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ανεξάρτητα από την αξία τους.
Επιπλέον, το τέλος χαρακτηρίζεται μη επιστρεπτέο, ακόμη και στην περίπτωση που τα προϊόντα επιστραφούν ή δεν παραδοθούν στον καταναλωτή.
Τι ισχύει για προϊόντα που βρίσκονται ήδη σε αποθήκες εντός ΕΕ
Διαφορετική αντιμετώπιση προβλέπεται για προϊόντα που έχουν ήδη εισαχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχουν τελωνιστεί και βρίσκονται σε αποθήκη εντός της.
Όταν τα προϊόντα αποστέλλονται στη συνέχεια από την ευρωπαϊκή αποθήκη προς τον τελικό καταναλωτή, δεν πραγματοποιείται νέα εισαγωγή από τρίτη χώρα. Κατά συνέπεια, η συγκεκριμένη αποστολή δεν ενεργοποιεί εκ νέου την ίδια τελωνειακή διαδικασία.
Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι η επίδραση των νέων μέτρων στον ανταγωνισμό θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τόσο τις απευθείας αποστολές από τρίτες χώρες, όπως η Κίνα, όσο και τις μαζικές εισαγωγές προϊόντων που μεταφέρονται αρχικά σε αποθήκες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με την εφαρμογή του νέου τέλους από την 1η Νοεμβρίου 2026, το τελικό κόστος των ηλεκτρονικών αγορών από τρίτες χώρες θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το είδος των προϊόντων, τον τρόπο τελωνειακής διασάφησης και το αν η επιχείρηση θα μετακυλίσει τη σχετική επιβάρυνση στον καταναλωτή.