Σε πολιτικό θρίλερ εξελίσσεται η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ, καθώς τα πρώτα αποτελέσματα εμφανίζουν το κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην πρώτη θέση, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζουν την παραμονή του στην εξουσία μέσω μιας σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Παρά την πρωτιά του, το πολιτικό μπλοκ που στηρίζει τον μακροβιότερο πρωθυπουργό της χώρας καταγράφει απώλειες σε σχέση με τις προσδοκίες, ενώ οι αντίπαλοί του εμφανίζονται να έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώσουν περισσότερες έδρες συνολικά. Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν οι διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στον Νετανιάχου θα καταφέρουν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό κυβερνητικό σχήμα.
Η μάχη για τις απαιτούμενες 61 έδρες αναμένεται να καθορίσει τις επόμενες πολιτικές εξελίξεις, με τα αραβικά κόμματα να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στις μετεκλογικές διαβουλεύσεις.
Στις 56 έδρες το μπλοκ Νετανιάχου – Τι δείχνουν τα μερικά αποτελέσματα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, στις 9:20, με καταμετρημένο το 66,2% των εκλογικών τμημάτων, το μπλοκ του Μπενιαμίν Νετανιάχου συγκέντρωνε 56 έδρες.
Η επίδοση αυτή εμφανιζόταν βελτιωμένη σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις των exit polls, παρέμενε όμως κάτω από το όριο των 61 εδρών που απαιτούνται για την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Την ίδια στιγμή, ορισμένα μικρότερα κόμματα εξακολουθούσαν να βρίσκονται κάτω από το εκλογικό όριο του 3,25%. Μεταξύ αυτών καταγράφονταν οι σχηματισμοί «Έφεδροι», με 2,7%, «Λαός του Ισραήλ», με 1,6%, και «Υπερορθόδοξο Κοινό», με 0,2%.
Η τελική κατανομή των εδρών εξαρτάται από την ολοκλήρωση της καταμέτρησης και την επίσημη επικύρωση των αποτελεσμάτων, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταβολών στην κοινοβουλευτική ισορροπία.
Γιατί οι 61 έδρες αποτελούν το μεγάλο στοίχημα
Στο Ισραήλ οι ψηφοφόροι επιλέγουν κόμματα και όχι απευθείας πρωθυπουργό. Καθώς κανένα κόμμα δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει αυτοδύναμη πλειοψηφία, ο σχηματισμός κυβέρνησης προϋποθέτει συνεννοήσεις και συμφωνίες μεταξύ διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων.
Οι πρώτες εκτιμήσεις έδειξαν ότι ούτε το στρατόπεδο του Νετανιάχου ούτε οι δυνάμεις που επιδιώκουν την απομάκρυνσή του συγκεντρώνουν από μόνες τους τον απαιτούμενο αριθμό εδρών.
Αυτό σημαίνει ότι οι διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση κυβέρνησης μπορεί να αποδειχθούν μακρές και περίπλοκες. Εάν οι πολιτικοί αρχηγοί δεν καταφέρουν να καταλήξουν σε συμφωνία, δεν αποκλείεται να προκύψει νέα πολιτική κρίση και ενδεχομένως νέα προσφυγή στις κάλπες.
Τα αραβικά κόμματα μπορούν να κρίνουν την επόμενη ημέρα
Καθοριστικό ρόλο στη μετεκλογική διαδικασία ενδέχεται να διαδραματίσουν τα αραβικά κόμματα, καθώς η στάση τους μπορεί να επηρεάσει τις προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης.
Ο Νετανιάχου επανέλαβε ότι δεν προτίθεται να σχηματίσει κυβέρνηση η οποία θα στηρίζεται σε αραβικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Αντίθετα, ο βασικός αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Μια τέτοια επιλογή, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένο ότι θα γίνει αποδεκτή από όλους τους πιθανούς κυβερνητικούς εταίρους του.
Ενδεικτικό του κλίματος ήταν οι πανηγυρισμοί υποστηρικτών του κόμματος Ράαμ στη Σαχνίν, αραβική πόλη στο βόρειο Ισραήλ, όταν προβλήθηκαν οι πρώτες εκτιμήσεις των exit polls.
Επικεφαλής του Ράαμ είναι ο Μανσούρ Αμπάς, του οποίου το κόμμα είχε συμμετάσχει το 2021 σε κυβερνητικό συνασπισμό, αποτελώντας τον πρώτο αραβικό πολιτικό σχηματισμό που έλαβε μέρος σε κυβέρνηση του Ισραήλ.
Το Παλαιστινιακό έμεινε στο περιθώριο της προεκλογικής αντιπαράθεσης
Παρά τη σημασία του για τις περιφερειακές εξελίξεις, το Παλαιστινιακό δεν βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας. Κανένας από τους βασικούς διεκδικητές της εξουσίας δεν τάχθηκε υπέρ της επανεκκίνησης της ειρηνευτικής διαδικασίας, η οποία παραμένει σε αδιέξοδο εδώ και χρόνια.
Ακόμη και ο Μανσούρ Αμπάς επέλεξε να επικεντρώσει την προεκλογική του προσπάθεια σε ζητήματα της καθημερινότητας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας στις αραβικές κοινότητες.
Η θεματολογία της προεκλογικής περιόδου αντανακλά τις εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις, με την ασφάλεια, τη στρατιωτική θητεία και τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων να καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο στη δημόσια συζήτηση.
Η 7η Οκτωβρίου και οι πόλεμοι που σημάδεψαν την προεκλογική περίοδο
Η εκλογική αναμέτρηση διεξήχθη υπό το βάρος της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και των πολεμικών επιχειρήσεων που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η συζήτηση επικεντρώθηκε στις αστοχίες των υπηρεσιών ασφαλείας που επέτρεψαν την επίθεση, αλλά και στις συνέπειες των συγκρούσεων για την ισραηλινή κοινωνία.
Ο Νετανιάχου έχει απορρίψει την ανάγκη διεξαγωγής έρευνας με τους όρους που ζητούν οι επικριτές του και έχει αποδώσει ευθύνες στον ισραηλινό στρατό για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου. Οι υποστηρικτές του, από την πλευρά τους, προβάλλουν τη διαχείριση των πολέμων στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν ως στοιχείο υπέρ της ηγεσίας του.
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι ζητούν να λογοδοτήσει για τις αποτυχίες ασφαλείας που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του και υποστηρίζουν τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής.
Στρατιωτική θητεία: Η διαμάχη για τις απαλλαγές των υπερορθόδοξων
Ένα ακόμη ζήτημα που επηρέασε την προεκλογική αντιπαράθεση ήταν το καθεστώς απαλλαγών των υπερορθόδοξων Εβραίων ανδρών από τη στρατιωτική θητεία.
Το θέμα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην ισραηλινή κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την παρατεταμένη πολεμική κινητοποίηση. Τα υπερορθόδοξα κόμματα αποτελούν παραδοσιακούς συμμάχους του Νετανιάχου και ζητούν τη διατήρηση των απαλλαγών.
Από την πλευρά του, ο Άιζενκοτ έχει δεσμευτεί να τερματίσει το υφιστάμενο καθεστώς, προωθώντας αλλαγές που θα διευρύνουν την υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας.
Ο πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου των ενόπλων δυνάμεων έχει χάσει τον γιο του και δύο ανιψιούς του σε μάχες στη Γάζα. Στην ομιλία του προς τους υποστηρικτές του επανέλαβε τη θέση του για το ζήτημα της θητείας, το οποίο αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι πρώτες εκτιμήσεις έδειξαν υποχώρηση των υπερορθόδοξων κομμάτων, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα η εκλογική τους επίδοση σε έναν μόνο παράγοντα.
Ρεκόρ συμμετοχής στις κάλπες από το 1999
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμμετοχή των ψηφοφόρων. Σύμφωνα με την ενημέρωση της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής μετά το κλείσιμο των καλπών χθες, Τρίτη, το βράδυ, το ποσοστό συμμετοχής έφτασε το 77,7%.
Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο συμμετοχής από το 1999, ενώ καταγράφεται αύξηση μεγαλύτερη των επτά ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές του 2022.
Η αυξημένη συμμετοχή προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην εκλογική αναμέτρηση, χωρίς όμως να λύνει το βασικό ερώτημα: ποιος θα καταφέρει τελικά να συγκεντρώσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη για να σχηματίσει την επόμενη κυβέρνηση του Ισραήλ;