Ο πλακούντας είναι ένα προσωρινό όργανο που αναπτύσσεται κατά την εγκυμοσύνη, συνδέοντας το έμβρυο με τη μήτρα της μητέρας, λειτουργώντας σαν «πνεύμονας, νεφρός, έντερο» του μωρού, παρέχοντας οξυγόνο, θρεπτικά συστατικά και απομακρύνοντας απόβλητα μέσω του ομφάλιου λώρου. Ωστόσο στην αρχαιότητα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό και συγκεκριμένα, φαγητό.
Ο πλακούντας (αρχαία ελληνικά: πλακοῦς) ήταν γλυκό το οποίο παρασκευάζονταν στην αρχαία Ελλάδα και το οποίο είχε ομοιότητες με το σύγχρονο γλυκό τύπου τσίζκεϊκ. Η ονομασία του γλυκίσματος εξακολουθεί να υπάρχει στη σύγχρονη εποχή σε παρόμοια εδέσματα διαφόρων τοποθεσιών.
Με την ονομασία πλακουντοποιικόν σύγγραμμα ήταν γνωστή η συνταγή για την παρασκευή του πλακούντα. Συγκεκριμένη αναφορά υπάρχει στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου, και ένα σχετικό σύγγραμμα αποδίδεται στον Αίγιμο, ενδεχομένως τον αρχαίο Έλληνα ιατρό του 6ου αιώνα π.Χ. Ανάλογες αναφορές υπάρχουν και από τον Αρχέστρατο στα συγγράμματα γαστρονομίας του κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., όπου το γλύκισμα αποτελείται από διάφορα επίπεδα ζύμης γεμισμένα με μέλι και μαλακό τυρί. Ο κωμικός ποιητής Αντιφάνης (3ος αιώνας π.Χ.) επίσης είχε κάνει αναφορά στο γλύκισμα και τα κύρια συστατικά του τυριού, μελιού, και αλευριού.
Το έδεσμα ήταν δημοφιλές και στην αρχαία Ρώμη και διασώζεται συνταγή την οποία παραθέτει ο Κάτωνας στο έργο του με τίτλο De Agri Cultura το 160 π.Χ. Από την αρχαία Ρώμη πέρασε σταδιακά στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία / Βυζάντιο όπου έγινε γνωστό ως πλακοῦς τετυρωμένος καθώς και κοπτοπλακοῦς, και εκτιμάται πως η εκδοχή αυτή του εδέσματος αποτελεί την προέλευση της σύγχρονης τυρόπιτας αλλά και του μπακλαβά.
Ένα σύγχρονο παρόμοιο γλύκισμα με μπακλαβά το οποίο ονομάζεται πλατσέντα και το οποίο περιέχει μέλι και καρύδια παρασκευάζεται στη Λέσβο, ενώ στη Ρουμανία ένα παρόμοιο έδεσμα ονομάζεται plăcintă. Η ελληνική ονομασία του εδέσματος φαίνεται πως μεταφέρθηκε και στην αρμενική γαστρονομία ως plagindi, plagunda, και pghagund, τα οποία αποτελούν κέικ με μέλι.
Με πληροφορίες από wikipedia.org