Breaking news

Λέξεις και γλώσσα
A

Η λέξη «ζάφτι» ή ζάπι σημαίνει περιορισμός, έλεγχος, σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη zapι που σημαίνει κατάκτηση, σύλληψη.

Η φράση «κάνω ζάφτι» σημαίνει επιβάλλομαι σε κάποιον, υποτάσσοντάς τον στη δική μου θέληση και δύναμη, δηλαδή τον κατανικώ, τον χαλιναγωγώ.

Παραδείγματα:

  • Δεν μπορεί να κάνει ζάφτι τα παιδιά του.
  • Τον έπιασαν τρεις μαζί και πάλι δεν μπόρεσαν να τον κάνουν ζάφτι.

Από που προέρχεται;

Η λέξη «ζάφτι» προέρχεται από τα τουρκικά, συγκεκριμένα από τη λέξη zapt (ή zabıt), που σημαίνει καταστολή, έλεγχος, επιβολή τάξης, σύλληψη.

  • Στα οθωμανικά τουρκικά το zapt σήμαινε «κρατώ υπό έλεγχο / υποτάσσω»,
  • ενώ από την ίδια ρίζα προέρχονται και:

ζαπτίζω → καταστέλλω, συγκρατώ

ζαπτιές / ζαπτίσματα → ενέργειες καταστολής (πιο σπάνια σήμερα)

Η λέξη πέρασε στα ελληνικά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας και καθιερώθηκε κυρίως στον λαϊκό και προφορικό λόγο, διατηρώντας μέχρι σήμερα το νόημα του «κρατάω κάτι σε τάξη».

Google News Ακολουθήστε το Proson στo Google News

Δημοφιλείς Ειδήσεις