Η λέξη «πλαφόν» προέρχεται από τη γαλλική λέξη plafond, που σημαίνει «ταβάνι». Στα ελληνικά χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει όριο ή ανώτατο όριο σε τιμές, ποσά ή άλλου είδους μέτρα.
Άρα η ελληνική εκδοχή ή ο αντίστοιχος όρος είναι:
- Ανώτατο όριο
- Όριο (ανάλογα με το πλαίσιο)
Για παράδειγμα: «Η τράπεζα έθεσε πλαφόν στα δάνεια» → «Η τράπεζα έθεσε ανώτατο όριο στα δάνεια».