Η λέξη «μπομπονιέρα» δεν έχει μία καθιερωμένη, ενιαία αρχαία ελληνική «μετάφραση», γιατί είναι δάνειο.
Προέρχεται από τα γαλλικά bonbonnière, που σημαίνει κυριολεκτικά «δοχείο για bonbons (καραμέλες/γλυκά)».
Στα ελληνικά, η πιο κοντινή απόδοση ως έννοια θα ήταν:
- «δοχείο για κουφέτα»
- «κουτί/σακουλάκι με κουφέτα»
- ή πιο λόγια: «κουφετοθήκη»
Στη σύγχρονη χρήση όμως, η λέξη μπομπονιέρα έχει επικρατήσει πλήρως και θεωρείται ο καθιερωμένος όρος για το μικρό δώρο με κουφέτα σε γάμους και βαφτίσεις.