Η λέξη «φρέσκο» δεν είναι αρχαία ελληνική·είναι δάνειο που πέρασε στη νέα ελληνική κυρίως μέσω των ιταλικών.
Συγκεκριμένα, προέρχεται από το ιταλικό fresco («φρέσκος, δροσερός, πρόσφατος»), το οποίο μπήκε στο ελληνικό λεξιλόγιο κατά την περίοδο της έντονης βενετσιάνικης επιρροής στον ελληνικό χώρο (Μεσαίωνας – πρώιμη νεότερη εποχή), ειδικά σε εμπορικά και καθημερινά συμφραζόμενα.
Πίσω από το ιταλικό fresco υπάρχει ακόμη παλαιότερη ρίζα: προέρχεται από το ύστερο λατινικό frescus / friscus, το οποίο με τη σειρά του ανάγεται σε γερμανική ρίζα, πιθανότατα στο πρωτογερμανικό *friskaz, με τη σημασία «φρέσκος, ζωηρός, υγιής».
Με απλά λόγια η πορεία είναι:
- πρωτογερμανικά → λατινικά → ιταλικά → ελληνικά
Στα ελληνικά, η λέξη καθιερώθηκε για να αποδώσει έννοιες όπως «φρεσκοψημένος», «φρεσκοκομμένος», «φρέσκο γάλα» κ.λπ., και αντικατέστησε εν μέρει παλαιότερες αποδόσεις όπως «νέος» ή «φρέαρνος» (σε ειδικά συμφραζόμενα).
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές και ξενικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.