Η αναγνώριση πλασματικών ετών αποτελεί λύση για χιλιάδες ασφαλισμένους που πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση, αλλά δεν έχουν συγκεντρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης.
Η εξαγορά χρόνου από σπουδές, στρατιωτική θητεία, τέκνα και άλλες περιόδους που προβλέπονται από την ασφαλιστική νομοθεσία μπορεί να επιταχύνει την αποχώρηση από την εργασία και, σε αρκετές περιπτώσεις, να οδηγήσει σε υψηλότερο τελικό ποσό σύνταξης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δυνατότητα συμπλήρωσης 40 ετών ασφάλισης, προκειμένου ο ασφαλισμένος να λάβει πλήρη σύνταξη στα 62 του χρόνια, αντί να περιμένει μέχρι τα 67. Τα πλασματικά έτη μπορούν επίσης να παίξουν καθοριστικό ρόλο για παλαιούς ασφαλισμένους που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, με βάση τα έτη 2010, 2011 ή 2012.
Οι κατηγορίες ασφαλισμένων που μπορούν να αξιοποιήσουν τις συγκεκριμένες διατάξεις
Μεταξύ των βασικών κατηγοριών ασφαλισμένων που μπορούν να αξιοποιήσουν τις συγκεκριμένες διατάξεις είναι οι γονείς ανηλίκων και οι τρίτεκνοι στο Δημόσιο, οι μητέρες ανηλίκων που ασφαλίζονταν στο πρώην ΙΚΑ, οι ασφαλισμένες σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, καθώς και οι δημόσιοι υπάλληλοι που χρειάζονται επιπλέον χρόνο για να συμπληρώσουν 35ετία, 36ετία ή 37ετία. Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που επιδιώκουν να συμπληρώσουν 40 χρόνια ασφάλισης.
Δικαίωμα αναγνώρισης έχουν, αντίστοιχα, ασφαλισμένοι όλων των Ταμείων που θέλουν να συμπληρώσουν 40ετία, αλλά και εργαζόμενοι σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι οποίοι χρειάζονται επιπλέον χρόνο για να καλύψουν τις υπόλοιπες ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Στον ιδιωτικό τομέα, μεταξύ των χρόνων που μπορούν να αναγνωριστούν περιλαμβάνονται η στρατιωτική θητεία, οι σπουδές, η γονική άδεια, η εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών, τα κενά ασφάλισης, ο χρόνος απεργίας και η μαθητεία. Για τα τέκνα, η αναγνώριση μπορεί να φτάσει έως τα πέντε έτη.
Στο Δημόσιο, οι βασικές κατηγορίες αναγνωρίσιμου χρόνου αφορούν τη στρατιωτική θητεία, τις σπουδές, τη γονική άδεια και τον χρόνο για τα τέκνα. Το ανώτατο όριο μπορεί να ανέλθει έως τα επτά έτη, ανάλογα με το έτος θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Το κόστος της εξαγοράς
Σημαντικό ρόλο παίζει και το κόστος της εξαγοράς. Στον ιδιωτικό τομέα, αυτό υπολογίζεται κατά κανόνα στο 20% των μεικτών αποδοχών. Για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος με μισθό 1.500 ευρώ θα καταβάλει 3.600 ευρώ για την αναγνώριση ενός έτους και 7.200 ευρώ για δύο έτη.
Το ίδιο ποσοστό, δηλαδή 20%, ισχύει και για τους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ όσοι είχαν υποβάλει αίτηση σε παλαιότερο χρόνο ενδέχεται να δικαιούνται χαμηλότερο κόστος. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, το ποσό της εξαγοράς εξαρτάται από την ασφαλιστική κατηγορία που έχουν επιλέξει.
Η αναγνώριση πλασματικών ετών δεν συμβάλλει αποκλειστικά στη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Εφόσον πραγματοποιείται με εξαγορά, ο επιπλέον χρόνος μπορεί να αυξήσει και την ανταποδοτική σύνταξη, καθώς προσμετράται στον συνολικό ασφαλιστικό βίο και επηρεάζει το ποσοστό αναπλήρωσης.
Αντίθετα, περίοδοι που αναγνωρίζονται χωρίς εξαγορά, όπως ορισμένα διαστήματα ανεργίας ή ασθένειας, μπορούν να διευκολύνουν τη θεμελίωση του δικαιώματος, χωρίς όμως να αυξάνουν την ανταποδοτική σύνταξη με τον ίδιο τρόπο.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για την εξαγορά χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση. Καθώς οι εισφορές που καταβάλλονται για την αναγνώριση κατά κανόνα δεν επιστρέφονται, ο ασφαλισμένος θα πρέπει να υπολογίσει αν το κόστος αξίζει, είτε για να συνταξιοδοτηθεί νωρίτερα είτε για να εξασφαλίσει υψηλότερη σύνταξη.