Ανοδική πορεία καταγράφουν το τελευταίο διάστημα τα περιστατικά λοίμωξης από τον ιό κοξάκι σε παιδιά, προκαλώντας ανησυχία σε γονείς και επαγγελματίες υγείας. Ο ιδιαίτερα μεταδοτικός ιός εμφανίζεται εκ νέου με ένταση, κυρίως σε χώρους μαζικής συνύπαρξης παιδιών, όπως βρεφονηπιακοί σταθμοί και σχολεία, την ίδια ώρα που βρίσκονται σε κυκλοφορία και άλλες εποχικές ιώσεις.
Ο ιός κοξάκι ανήκει στην οικογένεια των εντεροϊών και προσβάλλει κυρίως παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας, έως περίπου 10 ετών. Αντίθετα, οι περισσότεροι ενήλικες έχουν ήδη αναπτύξει ανοσία, καθώς έχουν έρθει σε επαφή με τον ιό στο παρελθόν. Η συχνότερη κλινική εικόνα της νόσου είναι το σύνδρομο χεριών, ποδιών και στόματος.
Η μετάδοση του ιού γίνεται με μεγάλη ευκολία, τόσο μέσω άμεσης επαφής όσο και μέσω σταγονιδίων από βήχα ή φτέρνισμα, αλλά και από μολυσμένα αντικείμενα, όπως παιχνίδια, πιπίλες και σκεύη. Ο ιός εντοπίζεται στο σάλιο, στις ρινικές εκκρίσεις, στα κόπρανα και στο υγρό των δερματικών φυσαλίδων, γεγονός που ευνοεί τη γρήγορη διασπορά του, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα όπου συγκεντρώνονται πολλά παιδιά.
Τα συμπτώματα
Η νόσος συνήθως ξεκινά με ήπιο πυρετό, πονόλαιμο, αίσθημα κόπωσης, κακουχία και μειωμένη όρεξη. Ο χρόνος επώασης είναι σύντομος, από μία έως δύο ημέρες. Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν μικρά, επώδυνα έλκη στο στόμα, ενώ σε παιδιά μικρότερα των 9 ετών παρατηρείται συχνά εξάνθημα στις παλάμες και τα πέλματα, που μπορεί να συνοδεύεται από κνησμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις το εξάνθημα επεκτείνεται στους γλουτούς ή και στη γεννητική περιοχή.
Οι παιδίατροι επισημαίνουν ότι η νόσος είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενη και υποχωρεί μέσα σε 2 έως 10 ημέρες, χωρίς να απαιτείται ειδική αντιική αγωγή. Η αντιμετώπιση επικεντρώνεται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και κυρίως στη σωστή ενυδάτωση του παιδιού, ώστε να αποφευχθεί η αφυδάτωση. Συνιστάται η αποφυγή όξινων ροφημάτων που ερεθίζουν τα στοματικά έλκη και η προτίμηση σε νερό ή κρύο γάλα, που προσφέρουν ανακούφιση.
Σπάνια, μπορεί να εμφανιστεί ο πιο επικίνδυνος τύπος Β του ιού, ο οποίος έχει συνδεθεί με σοβαρές επιπλοκές, όπως λοιμώξεις του αναπνευστικού, μυοκαρδίτιδα, εγκεφαλίτιδα ή άσηπτη μηνιγγίτιδα.
Οι περιοχές με αυξημένη καταγραφή κρουσμάτων
Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά στοιχεία, αυξημένα περιστατικά καταγράφονται στη Θεσσαλία, κυρίως σε Λάρισα και Βόλο, στην Κρήτη, αλλά και στην Πάτρα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η συρροή κρουσμάτων έχει οδηγήσει γονείς να κρατήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι για περισσότερες από επτά ημέρες.
Οι ειδικοί συστήνουν άμεση επικοινωνία με τον παιδίατρο όταν ο πυρετός επιμένει, το παιδί εμφανίζει έντονη αδυναμία ή αρνείται να φάει και να πιει υγρά. Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η ψύχραιμη διαχείριση θεωρούνται καθοριστικές για την ασφαλή πορεία της νόσου.
Οι παιδίατροι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι το παιδί μπορεί να μεταδίδει τον ιό ακόμη και μετά την υποχώρηση του πυρετού. Η μεταδοτικότητα ενδέχεται να διαρκέσει έως και δύο εβδομάδες από την έναρξη των συμπτωμάτων, ενώ παραμένει αυξημένη όσο υπάρχουν πληγές στο στόμα, οι οποίες φέρουν ενεργό ιικό φορτίο.
Για τον λόγο αυτό, δίνεται έμφαση στη σχολαστική υγιεινή των χεριών, στην αποφυγή κοινής χρήσης αντικειμένων και στη μείωση της στενής επαφής με άλλα παιδιά μέχρι την πλήρη ανάρρωση.
Τι αναφέρει ο ΕΟΔΥ για τα σχολεία
Ο ΕΟΔΥ ξεκαθαρίζει ότι, ακόμη και σε περιπτώσεις εμφάνισης κρουσμάτων σε σχολικές μονάδες, δεν συστήνεται το κλείσιμο των σχολείων. Αντίθετα, προτείνεται η έγκαιρη ενημέρωση των γονέων, η επαγρύπνηση για πιθανά συμπτώματα και η παραμονή στο σπίτι των παιδιών που νοσούν, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.