Πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα (18/5) σε δεύτερο βαθμό στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου η εκδίκαση της υπόθεσης που αφορά τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις καταγγελίες για παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις σε δεκάδες κτηνοτρόφους και ιδιώτες της περιοχής.
Η υπόθεση σχετίζεται με δηλώσεις εκτάσεων που φέρονται να ανήκαν στην Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιγίου, οι οποίες εμφανίζονταν να έχουν μισθωθεί μέσω ΚΥΔ Αγρινίου, με αποτέλεσμα να καταβληθούν επιδοτήσεις από ευρωπαϊκούς πόρους.
Οι καταδίκες των κατηγορουμένων
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ένοχους όλους τους κατηγορούμενους για:
-
χρήση πλαστών εγγράφων και μισθωτηρίων
-
απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Συνολικά 38 άτομα, στην πλειονότητά τους κτηνοτρόφοι από τη Δημοτική Ενότητα Στράτου, καθώς και δύο πρώην υπάλληλοι ΚΥΔ Αγρινίου, καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από 11 έως 20 μήνες, με αναστολή.
Τι αφορά η υπόθεση
Η υπόθεση αφορά εκτάσεις που δηλώθηκαν ως ιδιοκτησία της Ιεράς Μονής Ταξιαρχών και φέρονται να είχαν μισθωθεί σε αγρότες για την είσπραξη επιδοτήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, περίπου 15.000 στρέμματα στα Κύθηρα είχαν δηλωθεί με αμφισβητούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς, γεγονός που αποτέλεσε βασικό σημείο της δικαστικής διερεύνησης.
Πώς αποκαλύφθηκε η υπόθεση
Η υπόθεση ξεκίνησε να διερευνάται μετά από δειγματοληπτικούς ελέγχους του ΟΠΕΚΕΠΕ το 2020, με στόχο τον έλεγχο της εγκυρότητας των ιδιωτικών μισθωτηρίων.
Κατά τη διαδικασία εντοπίστηκαν ενδείξεις για πλαστά έγγραφα και συμβόλαια, τα οποία φέρονται να είχαν χρησιμοποιηθεί για την παράνομη είσπραξη επιδοτήσεων.
Η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό έγινε σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς υπήρχε κίνδυνος παραγραφής για αδικήματα που αφορούσαν κυρίως το 2018.
Η υπόθεση είχε ήδη εξεταστεί πρωτόδικα, με αντίστοιχες καταδίκες και ποινές φυλάκισης με αναστολή.
Η συγκεκριμένη δικογραφία δεν συνδέεται με νεότερες έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ωστόσο επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων και τους ελέγχους νομιμότητας.
Η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους στη χορήγηση ευρωπαϊκών ενισχύσεων και μεγαλύτερη διαφάνεια στη χρήση δημόσιων πόρων.