Τα «σκασμένα» ντοματίνια και οι ντομάτες αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο, κυρίως σε περιόδους όπου η υγρασία και το πότισμα αλλάζουν απότομα, προκαλώντας ρωγμές στη φλούδα του καρπού.
Σύμφωνα με ειδικούς στη διατροφή, η κατανάλωσή τους δεν αποκλείεται, ωστόσο χρειάζεται προσεκτικός έλεγχος της κατάστασής τους πριν χρησιμοποιηθούν στη μαγειρική.
Όταν μια ντομάτα έχει σκάσει, το βασικό στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί είναι αν η ρωγμή έχει αφήσει εκτεθειμένη τη σάρκα του καρπού στο περιβάλλον. Αν η φθορά είναι μικρή και μπορεί να αφαιρεθεί με προσεκτικό κόψιμο, το υπόλοιπο μέρος θεωρείται κατάλληλο για κατανάλωση. Αντίθετα, όταν το άνοιγμα είναι μεγάλο και έχει παραμείνει εκτεθειμένο για αρκετό χρόνο, αυξάνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης μούχλας ή επιμόλυνσης από έντομα και μικροοργανισμούς, κάτι που καθιστά τη ντομάτα μη ασφαλή.
Η εμφάνιση ρωγμών στις ντομάτες συνδέεται κυρίως με απότομες αλλαγές στην ποσότητα νερού που απορροφά το φυτό. Όταν ο καρπός προσλαμβάνει γρήγορα μεγάλη ποσότητα υγρασίας, η φλούδα δεν προλαβαίνει να προσαρμοστεί στον ίδιο ρυθμό, με αποτέλεσμα να σκίζεται. Το φαινόμενο μπορεί να παρουσιαστεί σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης, αλλά είναι πιο συχνό σε καρπούς που βρίσκονται κοντά στην πλήρη ωρίμανση.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι σκασμένες ντομάτες δεν ενδείκνυνται για κονσερβοποίηση, καθώς η πιθανή παρουσία μικροβίων ή μυκήτων στο σημείο της ρωγμής μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους κατά τη μακροχρόνια αποθήκευση. Ωστόσο, όταν καταναλώνονται άμεσα και αφού αφαιρεθεί προσεκτικά το αλλοιωμένο τμήμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν κανονικά σε παρασκευές όπως σάλτσες, σούπες ή σάλσα.
Τέλος, συνιστάται οι ντομάτες που έχουν σκάσει να συλλέγονται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε να μην επιδεινωθεί περαιτέρω η κατάστασή τους πάνω στο φυτό. Η τακτική παρακολούθηση και η σωστή διαχείριση του ποτίσματος μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση του φαινομένου.