Ο προληπτικός εμβολιασμός των ζώων κατά του αφθώδους πυρετού απαγορεύεται. Πρόκειται για μία από τις βασικές προβλέψεις του νέου σχεδίου έκτακτης ανάγκης, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και περιγράφει τα μέτρα που θα εφαρμοστούν σε περίπτωση εμφάνισης ή ακόμη και υποψίας της συγκεκριμένης ασθένειας σε κτηνοτροφική μονάδα.
Εμβόλιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως μέτρο έκτακτης ανάγκης, αφού επιβεβαιωθεί η νόσος και δοθεί σχετική έγκριση από τις αρμόδιες αρχές.
Με απλά λόγια, κανένας κτηνοτρόφος δεν μπορεί να αποφασίσει από μόνος του να εμβολιάσει προληπτικά το κοπάδι του για να το προστατεύσει από τον αφθώδη πυρετό. Η απόφαση απαγορεύει τόσο τον εμβολιασμό ρουτίνας όσο και τον προληπτικό εμβολιασμό. Παράλληλα, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή, η παρασκευή, η αποθήκευση, η πώληση ή η διάθεση των συγκεκριμένων εμβολίων χωρίς προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας κτηνιατρικής αρχής.
Εμβόλιο μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις
Το εμβόλιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο όταν η κατάσταση κριθεί σοβαρή. Εφόσον επιβεβαιωθούν κρούσματα αφθώδους πυρετού και υπάρχει κίνδυνος ευρύτερης εξάπλωσης της ασθένειας στη χώρα, είναι δυνατό να αποφασιστεί εμβολιασμός έκτακτης ανάγκης. Το ίδιο ισχύει και όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος μετάδοσης της νόσου από ή προς γειτονική χώρα.
Σε περίπτωση κατεπείγοντος, την απόφαση μπορεί να λάβει ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, μετά από εισήγηση του Εθνικού Κέντρου Ελέγχου Ασθενείας και με άμεση ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το νέο σχέδιο αφορά κυρίως όσους εκτρέφουν βοοειδή, πρόβατα, κατσίκες και χοίρους. Ο λόγος είναι ότι ο αφθώδης πυρετός αποτελεί εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια των δίχηλων ζώων. Ο ιός μεταδίδεται μέσω άμεσης ή έμμεσης επαφής, μηχανικών φορέων αλλά και αερογενώς. Παράλληλα, μπορεί να παραμείνει στο περιβάλλον, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό τον σχολαστικό καθαρισμό και την απολύμανση.
Τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη για έναν κτηνοτρόφο; Αν παρουσιαστούν ύποπτα συμπτώματα στο κοπάδι του, δεν χρειάζεται να περιμένει την επιβεβαίωση της ασθένειας για να κινηθούν οι αρμόδιες αρχές. Αρκεί και μόνο η υποψία, ώστε να ξεκινήσει άμεσα κτηνιατρική και επιδημιολογική έρευνα και να ληφθούν δείγματα για εργαστηριακό έλεγχο.
Το γενικό σχέδιο προβλέπει ότι μπορεί να επιβληθεί απομόνωση της εκμετάλλευσης, καθώς και περιορισμοί ή απαγορεύσεις στη μετακίνηση ζώων, ανθρώπων, οχημάτων, προϊόντων και υλικών που ενδέχεται να μεταφέρουν τον ιό.
Επιδημιολογική έρευνα σε όλη την περιοχή όπου καταγράφηκαν κρούσματα
Σε περίπτωση επιβεβαίωσης του κρούσματος, τα μέτρα γίνονται ακόμη αυστηρότερα. Με βάση το ενωσιακό δίκαιο, προβλέπεται θανάτωση των ζώων των καταγεγραμμένων ειδών, ασφαλής διαχείριση των πτωμάτων και απολύμανση της μονάδας.
Ταυτόχρονα, ερευνάται πού έχουν μετακινηθεί ζώα, άνθρωποι και οχήματα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο ιός μπορεί να έχει μεταδοθεί και σε άλλες εκτροφές. Κρέας, γάλα, γαλακτοκομικά προϊόντα, ζωοτροφές, κόπρος και άλλα υλικά της μολυσμένης μονάδας είναι δυνατό να δεσμευτούν και να καταστραφούν ή να υποβληθούν σε ειδική επεξεργασία.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι ότι ένα κρούσμα δεν αφορά αποκλειστικά τον κτηνοτρόφο στη μονάδα του οποίου εντοπίστηκε ο ιός. Γύρω από τη μολυσμένη εκτροφή δημιουργείται ζώνη προστασίας τουλάχιστον τριών χιλιομέτρων.
Στην περιοχή αυτή καταγράφονται οι κτηνοτροφικές μονάδες, πραγματοποιούνται κτηνιατρικοί έλεγχοι και απαγορεύεται η κυκλοφορία και η μεταφορά ευπαθών ζώων. Περιορισμοί επιβάλλονται επίσης στη μεταφορά γάλακτος, κρέατος, ζωοτροφών, κόπρου, χόρτου και άχυρου.
Περιμετρικά της ζώνης προστασίας ορίζεται ακόμη μεγαλύτερη ζώνη επιτήρησης, η οποία εκτείνεται σε απόσταση τουλάχιστον δέκα χιλιομέτρων από τη μολυσμένη μονάδα. Εκεί πραγματοποιούνται έλεγχοι στις εκτροφές και στις μετακινήσεις ζώων, ενώ η έξοδος ευπαθών ζώων απαγορεύεται χωρίς ειδική άδεια για απευθείας σφαγή. Αυστηροί έλεγχοι προβλέπονται και για τη διακίνηση γάλακτος, κρέατος και κόπρου.
Το σχέδιο περιλαμβάνει, τέλος, και μια νέα πρακτική υποχρέωση για τους κτηνοτρόφους. Οι ιδιοκτήτες και οι υπεύθυνοι των μονάδων οφείλουν να τηρούν ενημερωμένο αρχείο με όλους όσοι επισκέπτονται την εγκατάσταση και να το παραδίδουν στις αρμόδιες αρχές, εφόσον τους ζητηθεί.
Με αυτόν τον τρόπο, σε περίπτωση εμφάνισης κρούσματος, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες θα μπορούν να εντοπίζουν πιο γρήγορα τις πιθανές διαδρομές μετάδοσης του ιού.