Η διατροφή φαίνεται να μπορεί να επηρεάσει ορισμένους βιοδείκτες που συνδέονται με τη γήρανση, ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες, σύμφωνα με νέα μελέτη σε άτομα ηλικίας 65 έως 75 ετών.
Οι ερευνητές εξέτασαν διαφορετικούς συνδυασμούς ως προς την πρόσληψη λιπαρών, υδατανθράκων και την προέλευση της πρωτεΐνης, επιχειρώντας να διαπιστώσουν αν οι αλλαγές στη διατροφή μπορούν να επηρεάσουν την υπολογιζόμενη βιολογική ηλικία.
Τα αποτελέσματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον, όμως οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα πως μια συγκεκριμένη διατροφή επιβραδύνει τη γήρανση ή αυξάνει το προσδόκιμο ζωής.
Τι είναι η βιολογική ηλικία
Η βιολογική ηλικία δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη χρονολογική ηλικία.
Η χρονολογική ηλικία δείχνει απλώς πόσα χρόνια έχει ζήσει ένας άνθρωπος. Η βιολογική ηλικία επιχειρεί να αποτυπώσει σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο οργανισμός, χρησιμοποιώντας διάφορους δείκτες που σχετίζονται με τον μεταβολισμό, τη φλεγμονή, την καρδιαγγειακή υγεία και άλλες λειτουργίες του σώματος.
Έτσι, δύο άνθρωποι που είναι και οι δύο 70 ετών μπορεί να εμφανίζουν σημαντικές διαφορές ως προς τη λειτουργικότητα και ορισμένους δείκτες της υγείας τους.
Για τον λόγο αυτό, η βιολογική ηλικία χρησιμοποιείται ολοένα περισσότερο στην έρευνα ως ένας σύνθετος δείκτης της κατάστασης του οργανισμού.
Πώς έγινε η μελέτη
Στην έρευνα συμμετείχαν 104 άτομα ηλικίας 65 έως 75 ετών, τα οποία χωρίστηκαν τυχαία σε τέσσερις διατροφικές ομάδες.
Και οι τέσσερις ομάδες λάμβαναν περίπου 14% της ημερήσιας ενέργειας από πρωτεΐνη, όμως διέφεραν ως προς την προέλευση της πρωτεΐνης, καθώς και ως προς την αναλογία λιπαρών και υδατανθράκων.
Οι δύο ομάδες ακολούθησαν παμφάγο διατροφή, με περίπου τη μισή πρωτεΐνη να προέρχεται από ζωικά τρόφιμα και την υπόλοιπη από φυτικές πηγές.
Οι άλλες δύο ομάδες ακολούθησαν ημι-χορτοφαγικό διατροφικό πρότυπο, στο οποίο περίπου το 70% της πρωτεΐνης προερχόταν από φυτικές πηγές.
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες ακολούθησαν είτε διατροφή με περισσότερα λιπαρά και λιγότερους υδατάνθρακες είτε το αντίστροφο.
Τα τέσσερα διατροφικά πρότυπα που συγκρίθηκαν
Οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά τέσσερις διαφορετικούς συνδυασμούς:
-
Παμφάγο διατροφή με περισσότερα λιπαρά
-
Παμφάγο διατροφή με περισσότερους υδατάνθρακες
-
Ημι-χορτοφαγική διατροφή με περισσότερα λιπαρά
-
Ημι-χορτοφαγική διατροφή με περισσότερους υδατάνθρακες
Για την εκτίμηση της βιολογικής ηλικίας χρησιμοποιήθηκαν 20 διαφορετικοί βιοδείκτες.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν δείκτες όπως η χοληστερόλη, η ινσουλίνη και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως ως δείκτης φλεγμονής.
Ποια διατροφή δεν παρουσίασε σημαντική αλλαγή
Η ομάδα που ακολούθησε παμφάγο διατροφή με υψηλότερη πρόσληψη λιπαρών δεν εμφάνισε αξιοσημείωτη μεταβολή στην υπολογιζόμενη βιολογική ηλικία.
Μάλιστα, το συγκεκριμένο διατροφικό πρότυπο ήταν εκείνο που έμοιαζε περισσότερο με τις συνήθειες που είχαν οι περισσότεροι συμμετέχοντες πριν από την έναρξη της έρευνας.
Αντίθετα, στις άλλες τρεις ομάδες καταγράφηκε μείωση της εκτιμώμενης βιολογικής ηλικίας με βάση τους δείκτες που εξετάστηκαν.
Πού καταγράφηκε η μεγαλύτερη μεταβολή
Τα ισχυρότερα στατιστικά ευρήματα καταγράφηκαν στην ομάδα που ακολούθησε παμφάγο διατροφή με λιγότερα λιπαρά και περισσότερους υδατάνθρακες.
Σε αυτό το διατροφικό πρότυπο, περίπου 14% της ενέργειας προερχόταν από πρωτεΐνη, 28%-29% από λιπαρά και περίπου 53% από υδατάνθρακες.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και μέσα σε τέσσερις εβδομάδες οι διατροφικές αλλαγές συνδέθηκαν με μεταβολές σε αρκετούς από τους βιοδείκτες που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση της βιολογικής ηλικίας.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η μείωση της πρόσληψης λιπαρών, της ζωικής πρωτεΐνης ή και των δύο μπορεί να συνδέεται με αλλαγές σε ορισμένους δείκτες υγείας σε μεγαλύτερους ανθρώπους μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες «έγιναν νεότεροι».
Η συγκεκριμένη μέτρηση αφορά την εκτιμώμενη βιολογική ηλικία, η οποία προκύπτει από ένα μοντέλο που βασίζεται σε συγκεκριμένους βιοδείκτες. Επομένως, η μείωση της υπολογιζόμενης βιολογικής ηλικίας σημαίνει ότι ορισμένες βιολογικές παράμετροι μετακινήθηκαν προς μια κατεύθυνση που το μοντέλο συσχετίζει με χαμηλότερη βιολογική ηλικία.
Αυτό αποτελεί σημαντική διάκριση, καθώς δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ότι η διαδικασία της γήρανσης αντιστράφηκε.
Οι περιορισμοί της έρευνας
Ένας από τους σημαντικότερους περιορισμούς είναι η πολύ μικρή διάρκεια της παρέμβασης. Η μελέτη διήρκεσε μόλις τέσσερις εβδομάδες και, επομένως, δεν είναι γνωστό αν οι αλλαγές στους βιοδείκτες θα διατηρούνταν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, δεν έχει αποδειχθεί ότι μια χαμηλότερη υπολογιζόμενη βιολογική ηλικία οδηγεί απαραίτητα σε μικρότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, διαβήτη ή άλλων νοσημάτων που σχετίζονται με την ηλικία.
Δεν μπορεί επίσης να εξαχθεί από τη συγκεκριμένη έρευνα το συμπέρασμα ότι ένα συγκεκριμένο διατροφικό πρότυπο αυξάνει το προσδόκιμο ζωής.
Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες, με περισσότερους συμμετέχοντες και πολύχρονη παρακολούθηση.
Τι δείχνει η έρευνα για τη διατροφή μετά τα 65
Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στη συζήτηση για τη σχέση μεταξύ διατροφής και υγιούς γήρανσης.
Ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ότι ακόμη και σε ηλικίες άνω των 65 ετών ο οργανισμός μπορεί να παρουσιάζει μετρήσιμες μεταβολές σε βιοδείκτες μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά από αλλαγές στη διατροφή.
Το μήνυμα της έρευνας, επομένως, δεν είναι ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη «δίαιτα αντιγήρανσης».
Αντίθετα, τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα και η σύνθεση της διατροφής μπορούν να επηρεάζουν μετρήσιμες παραμέτρους της υγείας, ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Το κατά πόσο αυτές οι αλλαγές μεταφράζονται σε πραγματικά οφέλη για τη μακροπρόθεσμη υγεία και τη μακροζωία χρειάζεται να διερευνηθεί με μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες.