Στην έκθεση επισημαίνεται ότι οι υψηλές πληθωριστικές πιέσεις των ετών 2022 και 2023 εξανέμισαν μεγάλο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων, περιορίζοντας σημαντικά την πραγματική αξία των αποδοχών των εργαζομένων.
Παρότι το 2024 καταγράφηκαν ενδείξεις βελτίωσης, ο επίμονος δομικός πληθωρισμός, που διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025, συνέχισε να περιορίζει την ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που περιλαμβάνονται στην έκθεση, ο καθαρός μέσος μηνιαίος μισθός στην Ελλάδα, όταν συνυπολογιστεί το αυξημένο κόστος ζωής, εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά σε σχέση με την πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ανάπτυξη χωρίς αντίστοιχη βελτίωση στα εισοδήματα
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και μείωση της ανεργίας. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι τα οφέλη αυτά δεν έχουν μεταφραστεί στον ίδιο βαθμό σε αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Όπως σημειώνεται, η περαιτέρω ενίσχυση των μισθών θα μπορούσε να στηρίξει τόσο την κατανάλωση όσο και την οικονομική ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδεύεται από αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί διαχρονική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.
Επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων και το 2026
Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι, παρά τη σχετική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, οι πιέσεις στις τιμές δεν έχουν εκλείψει.
Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για πληθωρισμό 3,2% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 2,4% το 2027. Παράλληλα, τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 4,6% τον Απρίλιο του 2026.
Μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στους κλάδους της εστίασης και των ξενοδοχείων, της ένδυσης και υπόδησης, αλλά και της στέγασης, όπου συνεχίζουν να αυξάνονται το κόστος κατοικίας και οι δαπάνες για ενέργεια και βασικές υπηρεσίες.
Θετική πορεία του χρέους, αλλά με προϋποθέσεις
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική πορεία, καθώς διαμορφώθηκε στο 146,1% το 2025 και εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 136,8% το 2026.
Η αποκλιμάκωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στις ευνοϊκές συνθήκες δανεισμού.
Ωστόσο, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η συνέχιση αυτής της πορείας δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση χαμηλού κόστους δανεισμού εξαρτάται από τη δημοσιονομική σταθερότητα, ενώ το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία
Στα συμπεράσματα της έκθεσης επισημαίνεται ότι η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση των επόμενων ετών.
Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αναφέρει ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χρόνιες αδυναμίες, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δυσκολίες στην αγορά εργασίας, το υψηλό εξωτερικό χρέος και η ανάγκη εύρεσης νέων πηγών ανάπτυξης μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Όπως τονίζεται, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε συνδυασμό με την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε η οικονομική ανάπτυξη να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη ευημερία για τα νοικοκυριά και σε πιο ανθεκτική ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.